κείμενο: Αθανάσιος Τσαρούχας
Ζητούσε να του δείξεις τον δρόμο για το επόμενο μπάρ.
Τον ρωτούσες γιατί. Μην ρωτάς γιατί, απαντούσε.
Εάν δεν βρούμε το επόμενο μπάρ πρέπει να πεθάνουμε.
Περπατούσε τον τελευταίο καιρό στα στενά της Μονμάρτης και όλα έμοιαζαν να τελειώνουν, μια πύλη ανοιγόταν μπροστά του βαθιά.
Σαν σκυλιά έλεγε, ριχτήκαμε σε τούτο εδώ τον κόσμο, δίχως κόκκαλο,
θεατρίνοι δανεικοί στη ζωή μας που δεν θα τελειώσει ποτέ.
Προσπάθησε να τρέξει.
Προσπάθησε να κρυφτεί.
Να μη βλέπει τον ήλιο.
Να μην αγγίζει τη Γη.
Οι περαστικοί στο Παρίσι παράξενοι και οι γυναίκες ανήθικες.
Άσχημα πρόσωπα έτοιμα να τα συναντήσεις στο βυθό της μοναξιάς σου.
Πρόσωπα σκυθρωπά ,να σε κοιτάζουν επίμονα μέσα απο τον τηλεοπτικό δέκτη.
Τίποτα δεν έχει μείνει να κάνεις, παρά
να τρέξεις.
Τραγούδα ένα μοναχικό τραγούδι
ενός βαθιού μελαγχολικού ονείρου
όσο το φεγγάρι ξεκουράζεται ακίνητο κι οι σκιές από τα δέντρα
μαρτυρούν το άγριο αεράκι.
Πιάσε τον άντρα σου από το χέρι και κάνε τον να καταλάβει,
πως εξαρτάται αυτός ο κόσμος απο σένα.
Πάρε τη λεωφόρο προς το τέλος της νύχτας
κάνε ένα ταξίδι στα φωτεινά μεσάνυχτα
στα βασίλεια της ευτυχίας, στα βασίλεια του φωτός.
Η έπαυλη είναι ζεστή στην κορυφή του λόφου
πλούσια είναι τα δωμάτια και οι ανέσεις εκεί
κόκκινα τα μπράτσα των πολυτελών καρεκλών
και δεν θα μάθεις τίποτα μέχρι να μπεις μέσα.
Σύντομα φεγγάρι, θα σε πιάσω.
Σύντομα.
Δεν ξέρω αν τελικά ήπιε ουίσκι εκείνη τη νύχτα.
Πέθανε.
Ήξερε που τον περίμενε ο θησαυρός, χρυσός και ασήμι στα βουνά της Ισπανίας,
στα γεμάτα σιτάρι χωράφια της Ανδαλουσίας,
τον κουβάλησε το καραβάνι και τον πήρε μακριά.
Ένα μόνο ξέρω,
είχε κάποτε ένα μικρό παιχνίδι
του άρεσε να στριφογυρνάει στο μυαλό του
το παιχνίδι που λεγόταν “γίνε τρελός”.
Αν θές να δοκιμάσεις αυτό το μικρό παιχνίδι
Απλά κλείσε τα μάτια σου, ξέχασε το όνομά σου,
ξέχασε τον κόσμο, ξέχασε τους ανθρώπους.
Αυτό το μικρό παιχνίδι έχει πλάκα
απλά κλείσε τα μάτια, δεν υπάρχει περίπτωση να χάσεις
και είναι ακριβώς εκεί, πηγαίνει κι αυτός
άφησε τον έλεγχο, περνάμε στην άλλη μεριά.

