Κυνηγούσε τη ζωή
δεν έκανε στροφή
ποθούσε μια έκρηξη
πρωταρχική.
Κι αυτόν που την αγάπησε
δεν θα τον γνωρίσεις, δεν θα τον δεις
είναι κυνηγός κι ονειρευτής.
Στην άκρη του γκρεμού
ισορροπώντας
ταράζει το λάθος του καιρού
περνούν τα χρόνια
αφήνουν πληγές
κουβαλάς το τώρα σου
σ’ άλλες εποχές
ενώνεσαι
σαν τίποτα
με τον ωκεανό
γνωρίζεις τ’ απέραντο
στον άλλο εαυτό.
Κούφιες ώρες, άδεια βλέμματα
όλα με πρόγραμμα
μπαταρίες εκτελούν εργασίες
ενημέρωση τροφή διασκέδαση
σαπίζουμε στ’αλήθεια
συνηθισμένοι ο καθένας στο ρόλο του.
Δεν είμαστε όμως υπήκοοι,
σκιές κι απολιθώματα
Λεύτερη είν’ η φύση μας
με λευτεριάς τοιχώματα
Στεγνωμένοι εαυτοί σε μανταλάκια
με θεσμούς δεν τα κάνουν πλακάκια
καίνε ταυτότητες
γκρεμίζουν σύνορα
ζωγραφίζουν σκηνές ευτυχίας
σε ματωμένα πουκάμισα
σκοτωμένων.
η Αριάδνη
δίνει στον καβαλάρη
το μίτο της
να ξεφύγει
να μας φέρει τα δώρα του
λουκουμόσκονη
να λουκουμιάσει η πλάση
να πιπιλήσει ξανά
το δάχτυλό της
σαν τα μικρά παιδιά
που βρέχονται συχνά
να ξαναβρεί
τον εαυτό της.
Αυτός
αποκομμένος
απ’ όλους κι απ’ όλα
σε μαγεμένη τροχιά
πήρε το δρόμο να φύγει
μα ήρθε
τίποτα δε τον ακουμπά
στον παράξενό του χρόνο.
Δεν θέλει να `ναι υπήκοος,
δεν θέλει να `χει χρώματα
Γουστάρει να `ναι άνθρωπος
να κολυμπά στα χώματα.
Με δίχως μπαχτσέδες η πόρτα του
χαμαιλέοντας
έλιωνε στην ουσία
της απουσίας
κι είχε στα βάσανα
ανοσία.
Βρες τη δύναμή σου κι έλα
έλεγχο θέλει κι η τρέλλα.
Άμα σε λέγαν, κι αν ήσουν, κι αν ήμουν
και τζιντζι μιντζι χοντζιριά.

