alternative action, alternative thinking

Dear Santa: Οι διακοπές μου|Stories

105 0

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Σου γράφω για να σου πω πώς πέρασα τις περσινές διακοπές μου. Φέτος δεν ξέρω αν θα φύγουμε από την Αθήνα, γιατί μια μέρα που έπιναν καφέ η γιαγιά μου η Κολωνακιώτισσα με τον μπαμπά μου στη βεράντα, η γιαγιά πήρε ένα βούτημα βανίλια-σοκολάτα, το δάγκωσε λίγο στην άκρη και είπε στον μπαμπά μου, «επιτέλους τώρα με τον Κυριάκο, θα δούμε άσπρη μέρα». Ο μπαμπάς μου τότε άρπαξε από την πιατέλα 6 βουτήματα, τα έβαλε όλα στο στόμα, τα κατάπιε αμάσητα και της απάντησε, «ας φάω τώρα, γιατί με τον Κυριάκο δεν θα ξεμυτάμε από το σπίτι και θα κάνουμε το τέτοιο μας παξιμάδι». Βασικά, ξέρω ότι αντί για «τέτοιο», ήθελε να πει «σκατό», αλλά τη γιαγιά μου τη σέβεται κι όταν είναι μπροστά της δεν λέει κακές λέξεις και βάζει εμένα να τις λέω. Για παράδειγμα, ξέρω πως όταν μιλάνε με τη γιαγιά και μου κλείνει το δεξί μάτι, θα πρέπει να σταματήσω ό,τι κάνω και να απαντήσω «άντε γραμμήσου», όταν μου κλείνει το αριστερό η σωστή ατάκα είναι, «στα φρύδια μου σε γράφω και κάνω τον ζωγράφο», ενώ όταν πιάνει το μέτωπό του, λέω με νεύρα «στα καντάρια μου». Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτές οι λέξεις είναι βρισιές, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας. Το θέμα μας είναι το πόσο ωραία πέρασα πέρσι το καλοκαίρι στο χωριό της άλλης γιαγιάς, της μαμάς της μαμάς μου, ή αλλιώς βλάχας, ή μυστακοφόρας, όπως λέει και η Κολωνακιώτισσα. Βασικά δεν έχω ιδέα τί θα πει μυστακοφόρος. Το μόνο που ξέρω ότι τη γιαγιά μου την αγαπώ πολύ, κι ας με αγκυλώνει καμιά φορά, όταν με φιλάει και δεν έχει ξυρίσει το μουστάκι.

Το σπίτι της γιαγιάς μου είναι σε ένα ύψωμα και βλέπει όλο το χωριό πιάτο. Πέρσι, όταν βαριόμασταν, βγαίναμε με τη γιαγιά στο μπαλκόνι και βάζαμε στοιχήματα για το ποιο ζευγάρι θα σφαχτεί, ποιος παππούς θα βγει με το σώβρακο να κατουρήσει κρυφά τις τριανταφυλλιές και ποια γριά θα απλώσει άσπρες κιλότες, σε στυλ αερόστατο, πάνω στην ταράτσα. Για μπάνιο πηγαίναμε με το αγροτικό της γιαγιάς. Εγώ καθόμουν μπροστά μαζί της και στην καρότσα φορτώναμε τον αδερφό μου, κανένα άλλο παιδάκι που βρίσκαμε στον δρόμο, και όλα τα αξεσουάρ θαλάσσης, δηλαδή τσάντες, τάπερ, βατραχοπέδιλα, ένα πουά φουσκωτό στρώμα, μια σαμπρέλα με άγκυρες της γιαγιάς, μιας και δεν ξέρει μπάνιο, μια ομπρέλα δώρο από τον Σκλαβενίτη, τα μπρατσάκια του αδερφού μου που τον έκαναν να φαίνεται σαν πρωτεϊνάκιας, κουβαδάκια, τσουγκράνες, ένα κάστρο lego, καθώς κι ένα λάστιχο, έναν παλιό μουσαμά, μια άδεια κυψέλη, και καμιά δεκαριά ρίζες ντομάτες που η γιαγιά όλο έλεγε να τις φυτέψει στον κήπο κι όλο το ξέχναγε, και τα φυτά είχαν καταντήσει σαν το απολιθωμένο δάσος της Ρόδου.

Όταν φτάναμε στη θάλασσα, κι αφού αδειάζαμε την καρότσα, εκτός από την κυψέλη, το λάστιχο, τον μουσαμά, και τις ρίζες-ντομάτες, η γιαγιά με τον αδερφό μου έμπαιναν αμέσως στο νερό, ενώ εγώ φόραγα γυαλιά ηλίου και καπέλο κι έκανα πως κοιμάμαι. Βασικά κοίταγα γύρω μου σαν τη γειτόνισσά μας της κυρία Μερόπη στην Αθήνα, που ενώ έχει σπάσει το ισχίο της και δεν βγαίνει έξω, ξέρει μέχρι και το ότι η κόρη του περιπτερά, δυο δρόμους παρακάτω, έπιασε γκόμενο τον διευθυντή της Τράπεζας που είναι παντρεμένος με 2 παιδιά και περιμένει το 3ο, αλλά δεν αντέχει τη γυναίκα του και θα χωρίσει όταν μεγαλώσουν τα παιδιά. Δηλαδή όταν πατήσουν τα 35 και φύγουν από το σπίτι. Στην παραλία που πηγαίναμε εμείς έρχονταν κυρίως οικογένειες και μεγάλοι. Οι νέοι πήγαιναν στη διπλανή θάλασσα που είχε απ’ όλα. Ναυαγoσώστη με συμμετοχή στο Survival Secret, beach bar το οποίο έπαιζε εναλλάξ Ζόζεφιν και Ελένη Φουρέιρα, πακιστανό που πούλαγε λουκουμάδες, κινέζα που έκανε μασάζ, μαύρο που έφτιαχνε βραχιολάκια και τον γιο του προέδρου του χωριού που φόραγε παρτό μαγιό σαν του Μπόρατ και νόμιζε πως έμοιαζε με τον Ηλία Γκότση, αλλά εμένα μού φαινόταν ίδιος ο Σπύρος Μπιμπίλας.

Εκεί που πηγαίναμε εμείς είχε μόνο κάτι μισοκατεστραμένες ομπρέλες από τον αέρα, μια παρατημένη καντίνα κι ένα μεγάλο αρμυρίκι που έκανε σκιά ίσα με 75 τετραγωνικά, όσο δηλαδή είναι η αυθαίρετη πισίνα στην ταράτσα του σπιτιού της γιαγιάς μου της Κολωνακιώτισσας, στην Αναγνωστοπούλου 28, πίσω από τον Άγιο Διονύσιο. Σε αυτή την παραλία, καθόμασταν όλοι στις ίδιες θέσεις. Εμείς πιάναμε τον χώρο μπροστά από την καντίνα, δίπλα μας λιαζόταν ένα ζευγάρι γέρων Ιταλών με κάτι άσπρα μαλλιά που μοιάζανε με νήματα, και πιο πέρα καθόταν μια κοπέλα με κίτρινο μπικίνι που όλο έλυνε σταυρόλεξα. Εμένα η αγαπημένη μου ήταν η κυρία Γιούλα, χήρα συνταγματάρχου, που άφηνε τα πράγματά της στην άκρη από το αρμυρίκι. Η κυρία Γιούλα, στα 75 της (η ίδια λέει 55 σαν τις παίκτριες στο shopping star), αποφάσισε να ασχοληθεί με τα θαλάσσια σπορ. Πέρσι λοιπόν καβάλησε ένα θαλάσσιο ποδήλατο από εκείνα τα πορτοκαλί και τη βρήκαν ημιλιπόθυμη στη μέση του Πατραϊκού, προς Πύργο Ηλείας. Σύμφωνα με τις φήμες που κυκλοφόρησαν μετά στο χωριό, στον λιμενικό που την έσωσε, είπε «συνταγματάρχα μου, σας περίμενα επί μακρόν. Κάντε με δική σας τώρα». Ύστερα η κυρία Γιούλα τον χούφτωσε, του έκανε κεφαλοκλείδωμα και τον φίλησε με γλώσσα. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό, αλλά υποθέτω πως είναι όταν βγάζεις έξω τη γλώσσα σου, την αφήνεις να κρέμεται και μετά πας και την βεντουζάρεις στον άλλον. Όπως περίπου κάνει το σκυλί μας η Λούσυ, όταν μπαίνουμε σπίτι, ή όπως κάνει ο μπαμπάς μου όταν βλέπει κοντοσούβλι σε ψησταριά ή την Κατερίνα Στικούδη στην τηλεόραση.

Στην ίδια παραλία με εμάς, ερχόταν κι ένας κύριος, ο Γιώργης που ήταν λίγο τρελούτσικος και όλοι τον φοβόντουσαν, όμως εγώ κατά βάθος τον συμπαθούσα γιατί μόνο σε ‘μενα μίλαγε κι όταν τον έβλεπε ο αδερφός μου τα έκανε πάνω του και πήγαινε να κρυφτεί στην καρότσα του αγροτικού, κάτω από τον μουσαμά. Ο Γιώργης είχε μια μακριά γενειάδα που του ‘φτανε μέχρι τη μέση απ’ το στήθος και στη δεξιά μεριά του λαιμού του φαινόταν ένα εξόγκωμα, λες κι είχε καταπιεί μπαλάκι του πινγκ-πονγκ. Φόραγε πάντα ένα παλιομοδίτικο πουκάμισο με φαρδιές ρίγες και σκισμένη τσέπη, κι ένα βρώμικο ροζ παντελόνι που του ‘πεφτε συνέχεια. Την πρώτη φορά που τον είδα, είχε δεμένη στη ζώνη του μια μεγάλη πέτρα με κατακόκκινη μύτη, στεκόταν πίσω από την καντίνα και ξεκρέμαγε κάτι μισοπεθαμένα ψάρια από μια αρμαθιά. Μου έκανε εντύπωση πως τα έβαζε με σειρά πάνω στην άμμο. Πρώτα τα μεγάλα, έπειτα τα μικρά και στο τέλος μερικές μαρίδες που μέχρι κι οι γάτες θα τις προσπερνούσαν. Ύστερα έπαιρνε την πέτρα με την κόκκινη μύτη, τη σήκωνε ψηλά, την κοίταγε για λίγο και στόχευε κατευθείαν στο μάτι του ψαριού. Όταν αυτό χυνόταν, έπιανε πάλι την πέτρα, σηκωνόταν όρθιος και την έριχνε με δύναμη. Στην αρχή ακουγόταν ένας γδούπος σαν να ‘πεφτε λαστιχένια μπάλα πάνω σε τοίχο και μετά η άμμος γέμιζε με αίματα, εντόσθια, βράγχια, λέπια και κομμένα κεφάλια. Το ‘κανε μια, το ‘κανε δυο, δεκαπέντε φορές μέτρησα. Κανένας δεν του ‘λεγε τίποτα. Μόνο η κοπέλα με τα σταυρόλεξα κάτι πήγε να πει, όμως εκείνος της έκανε νόημα να σταματήσει. Έφερε το δείκτη του δεξιού χεριού κοντά στη μύτη και με το άλλο σήκωσε την πέτρα με τη ματωμένη μύτη και την έστρεψε προς τo μέρος της. Αυτή τράβηξε βιαστικά την ψάθα, την έσυρε για κάμποσα μέτρα πάνω στην άμμο και χάθηκε ανάμεσα στις ομπρέλες. «Χριστέ μου», την άκουσα να λέει καθώς πέρναγε από μπροστά μου. Από τότε δεν την ξαναείδα.

Τη μέρα που πήγαμε στην παραλία για το τελευταίο μας μπάνιο, ο Γιώργης αφού μάζεψε τα διαλυμένα ψάρια σε μια σακούλα από το τοπικό σούπερ μάρκετ, ήρθε δίπλα μου, με έσπρωξε, κάθισε στην άκρη της πετσέτας κι άπλωσε τα πόδια του. Το εξόγκωμα που είχε στον λαιμό, τώρα μου φαινόταν ακόμα πιο μεγάλο. Άνοιξε τη σακούλα κι έβγαλε έναν σαργό χωρίς μάτια. «Θες;», με ρώτησε. Κούνησα πέρα-δώθε το κεφάλι. «Εσύ χάνεις», είπε κι άρχισε να τρώει. Τον έβλεπα να καταπίνει αμάσητα τα κομμάτια και τον φοβόμουν. Το αίμα έφτιαχνε σιγά-σιγά μια σκούρα κρούστα γύρω από το στόμα του κι έσταζε πάνω στο μακρύ μούσι. Αφού πέταξε το ψαροκόκαλο, έβγαλε από την τσέπη του ροζ παντελονιού εκείνη την πέτρα κι άρχισε να σκαλίζει ένα πλακουτσωτό θαλασσόξυλο που φύλαγε στη σακούλα. Στην αρχή έφτιαξε έναν κύκλο, μετά δυο μάτια και δυο μικρά αυτιά, έπειτα γύρω απ’ τον κύκλο πολλά στρογγυλά που μοιάζανε με μπούκλες, μια καμπυλωτή γραμμή σαν στόμα και στο τέλος ένα αδύνατο κορμί. Μου θύμιζε εκείνα τα ανθρωπάκια που ζωγράφιζα παλιά στα νήπια, γιατί τώρα η τεχνοτροπία μου μοιάζει με τη μπλε περίοδο του Πικάσο. Όταν τελείωσε, σηκώθηκε όρθιος. Κοίταξε τους Ιταλούς, την κυρία Γιούλα, τη γιαγιά μου και τον αδερφό μου που έβγαιναν από τη θάλασσα, γύρισε σ’ εμένα, ακούμπησε με προσοχή το σκαλισμένο ξύλο πάνω στην πετσέτα, μου ‘πε «πάρ’ το» κι έφυγε. Με το που τον είδε ο αδερφός μου έτρεξε και κρύφτηκε πάλι κάτω από τον μουσαμά του αγροτικού. Η γιαγιά με πλησίασε, άρπαξε το θαλασσόξυλο, το πέταξε πέρα μακριά στα βράχια και τότε εγώ το είδα να διαγράφει μια μικρή καμπύλη και να χάνεται στο νερό. «Μαιρούλα, μην σε ξαναδώ να μιλάς με τον τρελό γιατί θα σου κόψω τα πόδια», έτσι μου ‘πε. Δεν της απάντησα τίποτα. Μόνο που κοίταγα μία αυτήν, και μία εκεί που ‘χε πέσει το ανθρωπάκι-θαλασσόξυλο. Ύστερα μου ‘ρθε να βάλω τα κλάματα. Δεν ξέρω γιατί. Που χίλιες φορές η γιαγιά να με φίλαγε με αξύριστο μουστάκι.

Με όλη μου την αγάπη

Η φίλη σου (που εύχεται καλές διακοπές σε όλους και ραντεβού τον Σεπτέμβρη)

Μαιρούλα

Μαθήτρια 4ης (προς 5η) Δημοτικού

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DARTΤο cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων.Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close