κείμενο: Φώτης Γιάντσιος
Αγαπώ να ζηλεύω. Μ’ αρέσει. Όχι, δεν κάνω πλάκα. Και δε μιλάω για την ερωτική ζήλια, μην το πάτε καν εκεί, δε μιλάω γι’ αυτό.
Αγαπώ να ζηλεύω. Και ξέρετε γιατί; Επειδή η ζήλια είναι κινητήριος δύναμη.
Ζηλεύω επιλεκτικά. Ζηλεύω με στυλ.
Δε ζηλεύω ποτέ, παραδείγματος χάριν, αντικείμενα, κατοχές. Δε ζηλεύω το καινούργιο λάπτοπ, την ωραία μοτοσυκλέτα ή το κορυφαίο κόμικ (άντε, ίσως λίγο αυτό το τελευταίο). Αυτά τα θαυμάζω.
Δε ζηλεύω επίσης ποτέ τον άλλον άνθρωπο, αυτόν με τον οποίο ο άνθρωπός μου είναι μαζί. Μπορεί να τον απεχθάνομαι ή να τον θεωρώ βλάκα και ανάξιο αλλά δεν τον ζηλεύω.
Τι ζηλεύω λοιπόν;
Ζηλεύω την επιτυχία. Και την επαγγελματική αλλά όχι τόσο όσο την προσωπική. Ένας φίλος μου ταξιδεύει λόγω της δουλειάς του σε όλον τον κόσμο. Τον ζηλεύω. Ταξιδεύει, βλέπει, γνωρίζει, ανοίγεται και επιστρέφει ολοένα καινούργιος.
Ζηλεύω τους φίλους μου που, από τύχη ή επιμονή, με ή χωρίς προσόντα, βρήκαν μια δουλειά που τους προσφέρει αυτό που χρειάζονται. Αν αυτό είναι χρήματα
Ζηλεύω τους φίλους μου που ξέρουν τι θέλουν να κάνουν και το κυνηγούν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία. Υπάρχει μια λάμψη στα μάτια τους που την κοιτάς και αναρωτιέσαι μήπως σε κάψει.
Ζηλεύω τις επιτυχημένες σχέσεις. Όχι, όχι τους ανθρώπους. Όχι αυτόν ή αυτήν ή εκείνον. Ζηλεύω αυτούς. Και είναι μια ζήλια τρομερή.
Αλλά, και εδώ είναι το σημαντικό, αλλά, και εδώ αποκαλύπτεται όλη η σημασία της λέξης, αλλά, και θέλω να με προσέξετε καλά, δε φθονώ.
Δε θέλω να τους γκρεμίσω
Δε θέλω να τους φέρω πίσω ή να τους κρατήσω στο ίδιο μέρος.
Δε θέλω να τους δω να οπισθοχωρούν, να αποτυγχάνουν ή να παραιτούνται.
Δε θέλω να χωρίσουν ή να απογοητευτούν.
Θέλω να είναι εκεί, για να έχω κάποιον να συγκρίνομαι. Θέλω να είμαι εκεί για να έχω ένα απτό παράδειγμα προς μίμηση. Θέλω να πετυχαίνουν και να πετυχαίνουν και να πετυχαίνουν και να με κάνουν να βλέπω μπροστά. Θέλω να με βοηθούν, με το παράδειγμά τους, να γίνομαι καλύτερος.
Στην υγειά των ανθρώπων που μας κάνουν να ζηλεύουμε.
Μακάρι μια μέρα να γίνουμε τέτοιοι.
Cheers


Εγραψες παλι. Ολοσωστος