alternative action, alternative thinking

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη: Στο λεωφορείο | Think

1.61K 0

Της Βάσως Χόντου ●

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Ότι και να πεις, θα έχεις δίκιο. Το ξέρω χάθηκα, αλλά άρχισα σχολείο, φροντιστήριο, κολυμβητήριο, μπαλέτο, σκάκι, ικεμπάνα και γερμανικά. Σου γράφω όμως γιατί έχω ένα καινούργιο πρόβλημα. Την Παρασκευή που μας πέρασε, δεν είχαμε μάθημα. Δηλαδή είχαμε, αλλά η δασκάλα μου η κυρία Αγοραστού πάτησε έναν μαρκαδόρο hello kitty, σαβουριάστηκε, έσκασε στο πάτωμα, έσπασε το ισχίο της κι εμάς μας αμολήσανε. Μου λέει λοιπόν η μαμά μου, «Μαιρούλα θα κατέβουμε στην Ερμού για ψώνια και θα πάμε με το λεωφορείο». Το πόση ήταν η χαρά μου Άγιε Βασίλη, δεν μπορώ να σου περιγράψω. Έβαλα ένα άσπρο φουστάνι, βούρτσισα τα μαλλιά μου, καθάρισα τα γυαλιά της μυωπίας που είχαν πιάσει μάκα, και πήγαμε στη στάση για να περιμένουμε το 220.

Η ώρα ήταν 11:30. Περνούσαν τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, κι ο κόσμος μαζευόταν. Γύρω στις 12:30 ήμασταν πενήντα άτομα στη στάση. Σαν προεκλογική συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ, πριν τη Φώφη. Εγώ από τη βαρεμάρα μου άρχισα να μετράω πόσοι παππούδες φοράνε ακουστικό, πόσοι άντρες ξυρίζουν τη γάμπα, και σε πόσες γριές δεν πέτυχε η βαφή. Πάνω που το μάτι μου είχε κολλήσει σε μια γιαγιά με ροζ μαλλί, ίδιο με τη χαίτη απ’ το μικρό μου πόνυ «Ζιζί νυφούλα με σταβλοσπιτάκι», έφτασε το λεωφορείο. «Μαιρούλα κράτα γερά, κατέβασε το κεφάλι και ακολούθα με», είπε η μαμά μου και με εντυπωσίασε, γιατί μέχρι τότε την είχα για μουρόχαβλη. Με το που άνοιξαν οι πόρτες, κάναμε ντου κι εγώ βρέθηκα ανάμεσα σ’ ένα σπαστό ποδήλατο και έναν Κύπριο που μιλούσε στο κινητό κι έλεγε 2,000 λέξεις το λεπτό. «Ζεις Μαιρούλα;» με ρωτούσε συνέχεια η μαμά μου. Εγώ δεν απαντούσα. Μόνο έριχνα μικρές δαγκωματιές στο αριστερό χέρι του Κύπριου, μπας και φιλοτιμηθεί να το βουλώσει. Αλλά αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα. Μεγάλο ζώον.

Όπως λέει ο μπαμπάς μου, το 220 είναι η χαρά του πορτοφολά, του εφαψία και του πορτοφολά που είναι ταυτόχρονα και εφαψίας, σα να λέμε διπλό τζακ-ποτ με μοναδικό νικητή. Ο μπαμπάς μου επίσης λέει πως οι πορτοφολάδες συνήθως πηγαίνουν δυο-δυο, στριμώχνουν το θύμα κοντά στην πόρτα, και το ξαφρίζουν μέχρι να πεις μνημόνιο. Τώρα τί είναι μνημόνιο Άγιε μου Βασίλη, θα σε γελάσω και δεν το θέλω. Μάλλον σημαίνει κάτι σε κλεψιά. Στο δικό μας λεωφορείο πάντως, ακούστηκε μόνο ένας παππούς να φωνάζει «βοήθεια, βοήθεια, με κλέβουνε». Eπίσης, μια ξανθιά, που έμοιαζε στη θεία μου την Αριστέα, γύρισε και είπε στη μαμά μου «δεν μας φτάνει το στριμωξίδι μας κυρία μου, έχουμε και τα κολλητήρια». Τότε εγώ είδα το χέρι της να βγαίνει από την τσέπη και να εξαφανίζεται πίσω από έναν νεαρό.

Στη στάση «Ούλεν» μπήκε μια γριά. Ήταν ίδια η Ζωζώ Σαπουντζάκη, χωρίς τα ζίλια και το σκίσιμο μέχρι τη νεφραμιά. Είχε ίσια κορακί μαλλιά του κομμωτηρίου, ψεύτικες βλεφαρίδες και φορούσε ένα μάξι φόρεμα με ανοιχτή πλάτη. Με το που την είδα, σκέφτηκα πως τόσο φτιαγμένη δεν κυκλοφορεί ούτε η ξαδέρφη μου η Βιολέτα, που έχει κλείσει τα 15 και γκομενίζει αγρίως. Η γριά στροβιλίστηκε μ’ ένα διπλό τόλουπ, πιάστηκε από τη χειρολαβή, πήρε θέση δίπλα σε μια κοπέλα που καθόταν, κι άρχισε τα «αχ και βαχ, ωχ η μέση μου, ωχ τα γόνατά μου». Εγώ όλο ήθελα να τη ρωτήσω αν η βλεφαρίδα ήταν από φυσική ή συνθετική τρίχα, αλλά ντρεπόμουνα. Πάνω στο «όλοι οι νέοι είναι γαϊδούρια», σηκώθηκε ένας πιτσιρικάς και της έδωσε τη θέση του. Η γριά στρογγυλοκάθισε, έβγαλε ένα καθρεφτάκι, διόρθωσε το μακιγιάζ της και ξανάγινε η Σαπουντζάκη που όλοι αγαπήσαμε.

Κι όλο έμπαινε κόσμος, κι όλο έμπαινε, κι εγώ θυμήθηκα κάτι φωτογραφίες από την Καλκούτα, που οι Ινδοί κρέμονται από τα παράθυρα του λεωφορείου, λες και δουλεύουν στο τσίρκο Μεντράνο. Πριν τη Μιχαλακοπούλου ανέβηκαν στο λεωφορείο ένας τριζάτος παπάς και μια έγκυος. Το 220 μοσχομύρισε ή λιβάνι ή Light Blue by Dolce Gabbana. «Εν τέθκιος έθαφκε και τον θείον μου τον Πάμπον εις την Κερύνειαν. Στον Ζούλιαν ράβκει τα ράσαν του. Ούλαν από οργάντζα», είπε ο Κύπριος στη μαμά μου και συνέχισε να μιλάει στο κινητό. Με το που είδαν τον παπά, σηκώθηκαν οι μισές γριές. «Εδώ πάτερ καθήστε, να μην κουράζεστε», του έλεγαν. Την έγκυο, ούτε που να τη χέσουν. Το χέρι του παπά γλίστρησε πάνω στο μεταξωτό ράσο, μάζεψε το πλούσιο ύφασμα, έκανε το σήμα του σταυρού για να ευχαριστήσει τις πιστές, κι έπειτα ο παπάς χύθηκε στην καρέκλα. Την έγκυο, ούτε που να τη χέσει.

Ο μόνος που σηκώθηκε να καθίσει η κοπέλα, ήταν ένας μελαμψός που λίγο έμοιαζε με τον Τζέϊ Ζι της Μπιγιονσέ, που ξέρεις πόσο την αγαπάω. Ο άντρας παραμέρισε έναν κουβά με σύνεργα και χαμογέλασε πλατιά στην έγκυο. Τόσο πλατιά που νόμισα πως οι άκρες απ’ τα χείλη του ακούμπησαν στ’ αυτιά. «Ουστ βρωμιάρη. Να γυρίσεις πίσω στην καλύβα σου. Μας παίρνεις τις δουλειές και μου θες και θέση στα λεωφορεία μας. Που να μου χαθείς», ακούστηκε μια φωνή. Εγώ τέντωσα το κεφάλι μου κι είδα έναν κουστουμαρισμένο κύριο που στηριζόταν κι αυτός στο ποδήλατο. Πριν του την πέσουν η μαμά μου, δυο κυρίες με αμπέχονο, κι ο οδηγός που μέχρι τότε ήτανε μουγκοθόδωρας, του πάτησα μια δαγκωνιά στο χέρι και πολύ το φχαριστήθηκα. Ούτε τα ντόνατς με επικάλυψη πραλίνα φουντουκιού δεν δαγκώνω έτσι. Και ξέρεις πόσο τα αγαπάω εγώ τα ντόνατς. Ο κουστουμαρισμένος κατέβηκε στον Ευαγγελισμό κακήν κακώς, βρίζοντας και απειλώντας. Απ’ τις σπρωξιές τού έπεσε ο μπλε χάρτινος φάκελος που κρατούσε, και τα χαρτιά σκόρπισαν στο δάπεδο. «Νομιμοποίηση μετανάστη» έγραφαν πάνω-πάνω.

Πριν τη Βουλή το λεωφορείο άδειασε. Εγώ πετάχτηκα έξω με φόρα και βάζω στοίχημα πως ήμουν σαν πυροβολημένος τσαλαπετεινός. Τα δόντια μου πονούσαν απ’ τις δαγκωνιές, τα μαλλιά μου είχαν σηκωθεί όρθια, όπως γίνονται του αδερφού μου όταν τα κρεπάρω, το φουστάνι μου ήταν γεμάτο γράσα απ’ το ποδήλατο, και τα γυαλιά μου είχαν στραβώσει, όπως μια φορά που τα άφησα στον καναπέ και πήγε κι έκατσε πάνω τους ο μπαμπάς μου, που είναι και λίγο σαν ιπποπόταμος, και γίνανε τα γυαλιά ένα με την άγκυρα στο σώβρακο. «Είσαι καλά Μαιρούλα;», ρώτησε η μαμά μου. Κι εγώ της είπα, «μάμη μου, για την καρκιάν, τζιαι την αγκάλην σου, μα το θεό, ούλαν χαλάλιν σου».

Γι’ αυτό σου λέω Άγιε Βασίλη, κάνε μου σε παρακαλώ δώρο ένα λεωφορείο, ένα αμάξι, ένα μηχανάκι ή έστω ένα πατίνι για να κατεβαίνω στο κέντρο. Δεν θέλω να ξαναμπώ στο 220, δεν θέλω να ξαναστριμωχτώ και δεν θέλω να ξανακούσω κυπριακά. Θα σε αφήκω τώρα, γιατί τα πολλάν λόγια εν φτώσειαν.

Φιλούθκια
Η κοπελλούαν σου
Μαιρούλαν

κείμενο: Βάσω Χόντου

Βρείτε το Alternactive στο Facebook, Twitter και στο Instagram.

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DART Το cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων. Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close