κείμενο: Ανδρέας Κοσιάρης
Μετά τα αποτελέσματα του Α’ γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών, φούντωσε ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά η κουβέντα περί στημένων δημοσκοπήσεων. Αφορμή η φαινομενική ασυμφωνία των αποτελεσμάτων της Περιφέρειας Αττικής και του Δήμου Αθηναίων με τα ευρήματα των — μέχρι δύο ημέρες προ της μεγάλης Κυριακής – δημοσιευμένων ερευνών. Δεν λέω ότι οι δημοσκοπήσεις σίγουρα δεν είναι στημένες. Διατηρώ τις επιφυλάξεις μου γι’αυτό. Και τούτο διότι αφενός τα αποτελέσματα μπορούν να εξηγηθούν μέσω των δημοσκοπικών ευρημάτων και αφετέρου διότι οι δημοσκοπήσεις με τον τρόπο που διεξάγονται, ήδη εναρμονίζονται με το υπόλοιπο επίπεδο της παραπαίουσας ελληνικής Δημοκρατίας, ακόμα και χωρίς να είναι στημένες.
Ας ξεκινήσουμε με το αφενός. Το πρόβλημα των – κυρίως εξ’αριστερών – φωνασκούντων περί στημένων δημοσκοπήσεων, ήταν ότι απέτυχαν να προβλέψουν σωστά την εκλογική δυναμική του Γ. Σακελλαρίδη για τον Δήμο και της Ρ. Δούρου για την Περιφέρεια. Αν όμως κανείς κοιτάξει, έστω αποσπασματικά ή εν συντομία, τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, θα παρατηρήσει ίσως μια λεπτομέρεια που εξηγεί αυτή την αποτυχία. Και αυτή η λεπτομέρεια είναι το ποσοστό των αναποφάσιστων, που κυμαίνεται σε όλες – μα όλες – τις έρευνες σε διψήφια ποσοστά και ενίοτε φτάνει το 20%. Αν λάβουμε υπόψη και τα ποσοστά των 4-5 επικρατέστερων υποψηφίων, που με ελάχιστες διαφορές μεταξύ τους «έπαιζαν» από το 10 έως το 20%, αντιλαμβάνονται ακόμα και οι πέτρες ότι είναι φύσει αδύνατον να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για το οτιδήποτε. Κι αυτό ήταν το μέγα λάθος των δημοσκόπων. Ίσως από αφέλεια, ίσως από εμπάθεια, ίσως από υπερβολικό ζήλο, ίσως ακόμα κι από προσπάθεια σημασιοδότησης της ίδιας τους της δουλειάς, δεν βρήκαν ποτέ την ακεραιότητα να πουν την απλή φράση: «Δεν μπορούμε να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα από την έρευνα». Γιατί? Διότι δεν έχουμε ουδεμία ένδειξη του τι θα ψηφίσει ο ένας στους πέντε ψηφοφόρους. Αυτοί οι αναποφάσιστοι σε κάποια φάση θα αποφάσιζαν – υποθέτω λίγο πριν βάλουν το κουλό τους να διαλέξει ψηφοδέλτιο.
Άρα μπορεί ο καθείς να κράζει όσο επιθυμεί τους κακούς δημοσκόπους, που δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους και έχριζαν φαβορί και αουτσάιντερ κατά το δοκούν και σύμφωνα με τις πενιχρές ενδείξεις των ερευνών τους. Αλλά η κατηγορία «στημένες δημοσκοπήσεις» είναι βαριά για να λέγεται έτσι, χωρίς σαφή ένδειξη συναλλαγής και με μόνο στοιχείο αποκλίσεις τριών, πέντε ή εφτά μονάδων.
Πάμε τώρα στο αφετέρου. Το οποίο είναι όχι μόνο η διαδικασία, αλλά και το περιεχόμενο των δημοσκοπήσεων. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είδατε δημοσκόπηση που δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στην πρόθεση ψήφου ή/και στην άποψη των πολιτών για τους πολιτικούς αρχηγούς ή/και στην καταλληλότητα κάποιων εξ’ αυτών για την πρωθυπουργία? Εγώ πάντως δεν δύναμαι να ανακαλέσω ούτε μία. Και αυτό είναι ένα προβληματικό φαινόμενο, που έχει να κάνει με το σύνολο της ποιότητας της Δημοκρατίας στη χώρα, είτε αυτή αφορά την πληροφόρηση των πολιτών είτε την λειτουργία των τεσσάρων εξουσιών του πολιτεύματος.
Τι σταματάει τους δημοσκόπους από το να παράξουν μια πιο ουσιαστική έρευνα? Μια έρευνα που εξετάζει την άποψη των πολιτών, όχι γενικά για έναν πολιτικό ή ένα κόμμα, αλλά για συγκεκριμένα φλέγοντα ή μη ζητήματα της πολιτικής και κοινωνικής καθημερινότητας? Μια πρώτη απάντηση είναι η μειωμένη έως ανύπαρκτη ζήτηση για μια τέτοια έρευνα. Πελάτες των δημοσκοπικών εταιριών είναι τα κόμματα και τα ΜΜΕ. Τα κόμματα ενδιαφέρονται μονάχα για το ποσοτικό του ζητήματος. Θα μας ψηφίσουν τόσοι, τους αντιπάλους άλλοι τόσοι κι ο δικός μας είναι καταλληλότερος για πρωθυπουργός. Τα ΜΜΕ πάλι έχουν κάνει σημαία την ελλιπή πληροφόρηση. Δεν αναλύουν θέματα, δεν ενημερώνουν ούτε καν για το περιεχόμενο των νομοθετημάτων που ψηφίζονται – απλά δημιουργούν την δική τους πραγματικότητα και ρουφούν τον πολίτη-τηλεθεατή σ’ αυτήν.
Το δεύτερο πρόβλημα εξάγεται από την απαράδεκτη ποιότητά μας ως πολίτες. Από την επιλεκτική μας άγνοια για τον τρόπο που διεξάγεται η πολιτική, από τον ωχαδερφισμό μας, την απαξίωση και τη βαρεμάρα μας. Ναι, ξέρω, δεν φταίμε αποκλειστικά εμείς. Η νομική γλώσσα είναι φτιαγμένη για να μην είναι κατανοητή, οι οικονομικές συναλλαγές περιπλέκονται εν απείρω. Τα ΜΜΕ καταχρώνται ηθελημένα ή αθέλητα δημόσιο λόγο, χρόνο και χρήμα. Η πολιτική θυμίζει από καιρό θέατρο, με διαμάχες ήθους, λογική και συγκροτημένη επιχειρηματολογία
Αν σε όλη αυτή την απαξίωση της πολιτικής, προσθέσουμε τις διαχρονικές εθνικιστικές κ
Με την ίδια λογική διαδρομή οδηγούμαστε να αποδεχτούμε ότι ρόλος μας είναι μονάχα να ψηφίζουμε κάθε 4ετία. Και να προσποιούμαστε ότι ψηφίζουμε στις δημοσκοπήσεις. Δεν ερωτάται με διαφορετικό τρόπο η άποψή μας. Δεν μας δίνεται η δυνατότητα να εκφέρουμε άποψη. Οι διεκδικήσεις αντιμετωπίζονται με θεσμική και εξωθεσμική βία και αποκλείονται από τον δημόσιο λόγο. Ακόμα κι αυτές οι δημοσκοπήσεις, εκτός από ανούσιες μετρήσεις δημοτικότητας και καταλληλότητας, ερευνούν μόνο την πρόθεση ψήφου και την «κινητικότητά» της. Όταν η πολιτική έχει μετατραπεί από εργαλείο διαχείρισης και προόδου μιας κοινωνίας, σε δηλητηριώδες σόου φανατισμού και παραπλάνησης, δεν μπορεί κανείς να απαιτεί μη παραπλανητικές δημοσκοπήσεις. Δεν είναι ανάγκη να στηθούν. Κι αυτές αντί για εργαλεία ανάγνωσης της άποψης των πολιτών, απλά εγκολπώνουν όλη την πολιτική διαδικασία της ψήφου σε έναν διαγωνισμό δημοτικότητας, κάτι σαν ριάλιτυ σόου. Είναι κομμάτι της συνολικής συστημικής απαξίωσης.
Δεν διεξάγονται στην Ελλάδα, ούτε ποιοτικές μετρήσεις γνώμης, όπου εξηγείται πολύπλευρα μια θεματική σε ένα δείγμα ανθρώπων και ζητείται μέσω συνεντεύξεων η γνώμη τους, ούτε καν απλές μετρήσεις διλημματικού χαρακτήρα — πέρα από το «συμφωνείτε ή όχι με τις εκλογές». Και ίσως δεν μπορούν να γίνουν. Επί παραδείγματι δεν πιστεύω ότι μπορούμε να εκφέρουμε άποψη ως κοινωνία για το δικαίωμα των ΛΟΑΤ στην έγγαμη συμβίωση. Αλλιώς δεν θα είχαμε αγνοήσει αυτό. Ούτε για τη διαχείριση δημόσιων πόρων, αλλιώς δεν θα είχαμε αγνοήσει αυτό. Ούτε περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλιώς θα ξέραμε ότι ψηφίσαμε αυτό και δεν θα αγνοούσαμε αυτό. Δεν καταλαβαίνω λοιπόν την γκρίνια για τις δημοσκοπήσεις. Αντικατοπτρίζουν το συνολικό μας επίπεδο.



