Σηκώνεται ανάμεσα σε
συνωμοσιολαγνικές εκφάνσεις
μιας κατάστασης πολιτικής
ρίχνονται στο εδώλιο
κατηγορούνται
οι ίδιοι οι ένορκοι
αυτοκτονικές τάσεις
πολιορκούν αντιεξουσιαστικούς προύχοντες
βρισκόμαστε σε θέση παρατηρητή
συμβαίνουν
προαποφασισμένες συμφωνίες
ένατες
requiem ονείρων
μπροστά σε υγρές οθόνες
αγωνία
σχοινοβάτες ταλαντεύονται στα ύψη
τεντωμένα σκοινιά
Αναρριχώμενες οργές
επιδιώκουν ένα κράτημα
μαχαιρωμένος ανάσες
διεκδικούν αφύπνισεις
από μεσαιωνικούς εφιάλτες
η πορεία καθοδική
οδηγεί σε τρομοκρατικές αβύσσους
μακρινών υποτελών Αιώνων
κοτζαμπάσηδες ανυπόμονοι
να ξεπουληθούν για μια χούφτα λίρες
εμείς
ο φτωχός λαός
με ένα κομμάτι ψωμί
νεκροί χιλιάδες
στους τροχούς
και ζωντανοί
να πίνουν το αίμα μας
τα άψυχα μάρμαρα
δεν φτάνουν
μυελός των οστών
εμπλουτίζει τα σαθρά θεμέλια
εργολάβοι λίγοι
αποφασίζουν για τα δωμάτια
τα παιδικά
εκεί που έζησα τη ζωή μου
χωρίς να το ξέρω
εκεί που έζησες τη ζωή σου
χωρίς να το ξέρεις
με νομοθετήματα που γίνονται πραγματικότητα σου
και ξυπνάς μια μέρα
στα 27
για να δεις ποια ήταν
δεν θέλω
δεν θέλει
το ξέρω
η πολιτική μας διαύγειά δε φτάνει
για να δούμε καθαρά
η άγνοια καταβροχθίζει τα σωθικά
όπως οι δεκτές τα μάτια
και τα αυτιά
απειλές για μαστιγωμένους σκλάβους
να μη σηκώσεις κεφάλι
ποτέ
να ζήσεις σαν δούλος
για πάντα
και αν σκέψεις φέρεις τραγωδών
ρομαντικών ονείρων σφύζει φαντασίας η καθημερινότητα σου
τα κλειδιά στον αέρα πετιούνται
και ένα αλφάδι στον τοίχο
του καθρέφτη τη θέση ορίζει.
Έχει ο καθένας μάγκα μου τα ζόρια του
κι είναι ωραία να πεθαίνεις μια μέρα.

