κείμενο-φωτογραφίες: Νίκος Χριστοφάκης
Τα συναισθήματα παρέμεναν αδιευκρίνιστα καθώς ταλαντεύονταν ανάμεσα στην απορία και τον ενθουσιασμό του ταξιδευτή για την Ταϊλάνδη. Είχαμε προετοιμαστεί για την ζέστη που θα αντιμετωπίζαμε κατά την έξοδο μας από το αεροδρόμιο κι έτσι δεν μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Όπως αποδείχτηκε στην πορεία, βιαστήκαμε να βγάλουμε τα συμπεράσματα μας.
Οι πανύψηλοι ουρανοξύστες με τις τεράστιες διαφημιστικές επιγραφές τραβούσαν την προσοχή, μέσα από τα παράθυρα του -μάλλον κιτς- φούξια και πλουμιστού ταξί που μας μετέφερε στην πρωτεύουσα. Αντιφατικές εικόνες παντού.
Φτάνοντας στη Μπανκόγκ ο εγκέφαλος μας δεν προλάβαινε να επεξεργαστεί τις πληροφορίες. Χρώμα παντού, μυρωδιές απο τα εκατοντάδες αυτοσχέδια εστιατόρια στον δρόμο, πλανώδιοι που πουλούσαν ότι μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους και φυσικά σε κάθε γωνία δροσερές καρύδες έτοιμες να μας δροσίσουν απο την αφόρητη ζέστη.
Ήταν αδύνατο να μην προσέξουμε τη συνύπαρξη της απόλυτης φτωχειας και του απόλυτου πλούτου. Χαζεύοντας τους τεράστιους ουρανοξύστες και τα χλιδάτα ξενοδοχεία, ξαφνικά το μάτι μας προσαρμοζόταν απότομα σε αυτοσχέδιες παράγκες και ανθρώπους που ζούσαν κυριολεκτικά στο δρόμο. Δύο κόσμοι συμπτυγμένοι στον ίδιο χώρο.
Παρόλα αυτά, οι ντόπιοι, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, είχαν το ίδιο χαμόγελο αποτυπωμένο στο πρόσωπό τους, όντας πρόθυμοι να μας βοηθήσουν σε ότι χρειαζόμασταν.
Καθώς η νύχτα πλησιάζε, η πόλη άλλαζε και ένα τεράστιο παζάρι στηνόταν. Αυτό το μέρος σε αφήνει να επιλέξεις εσύ την οπτική γωνία απ’την οποία θα το δεις. Για εμένα ειναι μαγευτικό!

































