κείμενο: Αθανάσιος Τσαρούχας
“Το λευκό κουνέλι του Jostein Gaarder μέσα στο καπέλο,
βλέπει τον εαυτό του με χρυσό ρολόι στις περιπέτειες της Αλίκης”
Επτά χρόνια πρίν σε ένα τραίνο,
λίγο μολύβι γράφει Ludovico Einaudi.
‘Ενα καπέλο.
Ένα χρόνο μετά ο ορίζοντας.
Φωτογραφίες μνήμης μ’ένα κλείσιμο των ματιών την σωστή στιγμή.
Πέντε χρόνια αργότερα η γής μικραίνει
και κατοικείς σε μια χώρα που μπορείς εύκολα να την δείς.
Το πορφυρό χρώμα του χιονιού ξημερώνει την ατέλειωτη νύχτα.
Ξαπλώνεις, σταματημένο ρολόι ενώ ο χρόνος κυλά.
Ένας διάδρομος στο σκοτάδι και μακραίνει το φώς.
Περπατάς ανύσηχα.
Ο αέρας αρμυρός.
Είσαι κοντά στη θάλασσα.
Είσαι πάνω σε ένα πλοίο.
Φτάνεις στο φώς.
Ο άντρας με το πράσινο μήλο απο τον πίνακα του Magritte
κάθεται σε καρέκλα πλεκτή, καφενείου.
Ο αέρας του παίρνει το καπέλο και σε κοιτά.
Ξέρεις ότι πρέπει να προχωρήσεις μπροστά και να του το φέρεις.
Είσαι σταματημένος, χρόνια τρία.
Ο άντρας του πίνακα σου απευθύνεται.
“Ήρθε ο καιρός.”
Συνέβη αυτό, δίχως ντροπή στο έδειξε ο γιός των σκλάβων, ένας μήνας έχει περάσει.
Γέρνεις το κορμί σου εμπρός και η ισορροπία χάνεται.
Δεν πέφτεις.
Αντανακλαστικά.
Ένα πόδι σου βγαίνει μπροστά και σε προφυλάσσει.
Συνάμα είναι και ένα βήμα.
Κάθε φορά που το βάρος φεύγει μπροστά περπατάς.
Έτσι και στο όνειρο.
Προχωράς τελικά και πιάνεις το καπέλο.
Ο άντρας χάνεται και μήνες μετά το πετάς να πνιγεί στον Τάμεση.
Για να αλλάξεις πάλι ζωή.
Τον βλέπεις.
Η ηλικία του χαμένη όπως και η μνήμη,
η λογική, ποιά λογική;
Δυό παιδιά. Κατατρεγμένος απο παντού.
Δίχως λιμάνι καράβι.
Ξεκινά.
“Ήρθε χαρά στον ύπνο μου,
πως έκλεισα έναν κύκλο
αυτόν που με βασάνιζε
σαν φυλακή στον ξύπνιο.”
Ώρες σχεδόν εκατό και είκοσι.
Επαναλήψεις χίλιες.
Ξέρεις;
Κάποια όνειρα γίνονται πραγματικότητα,
είτε είμαστε πεταλούδες κοιμωμένες είτε όχι.
Αυτό έγινε.
Το καπέλο γέμισε χρυσάφι.
Ο κύκλος έκλεισε.
Οι συνήθειες δίχτυα, κόπηκαν.
Ο Ορφέας κοιμάται ανάμεσα σε λουλούδια
στο ανθοπωλείο της Χορεύτριας,
σε μια αγκαλιά απο χώμα
χωρίς καμία σοβαρότητα.
Δύο ψυχές αντρίκιες, ένα.
Ήρθες στον ύπνο μου, όχι σαν όνειρο,
να κοιμηθείς και να με αγκαλιάσεις,
όπως έκανες με τη γυναίκα σου,
όπως έκανες με τα παιδιά σου,
όπως έκανες με τα εφτά δέρματα,
τα γεμάτα ρύζι.
Photography: http://www.christianberthelot.com/

