Του Ευριπίδη Ταρασίδη ●
Σαν σήμερα, το 1921, έρχεται στη ζωή στη μικρή πόλη της κεντρικής Ιταλίας, Μονσουμάνο Τέρμε, ο Γάλλος γόης του κινηματογράφου και θεσπέσιος τραγουδιστής του ελαφρού γαλλικού τραγουδιού, Yβ Μοντάν. Ο κινηματογραφικός Γρηγόρης Λαμπράκης, φεύγει με τους γονείς του από τη γενέτηρά Ιταλία προς την Μασσαλία κατατρεγμένος από το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ίβο Λίβι και λέγεται πως κατέληξε στο καλλιτεχνικό του αναλογιζόμενος το πόσες φορές η μητέρα του τον παρακαλούσε να ανέβει σπίτι μετά από πολύωρο παιχνίδι στους δρόμους της Μασσαλίας φωνάζοντας του «Ivo Monta».
Παράτησε το σχολείο σε νεαρή ηλικία και έχοντας το προσόν της εξαιρετικής του φωνής και της γοητευτικής του σκηνικής παρουσίας, άρχισε να τραγουδά σε μικρά καμπαρέ. Εκεί, τον είδε η Εντίθ Πιάφ, η οποία τον ερωτεύτηκε και έγινε μέντορας του.
Μετά τον πόλεμο η καριέρα του Μοντάν απογειώνεται. Στις επιτυχίες του στο χώρο του τραγουδιού έρχονται να προστεθούν και οι ανάλογες στο χώρο της 7ης Τέχνης, αφού ο Yβ διεθέτει αξιόλογο ταλέντο και στον τομέα αυτό.

Έχει συμμετοχή είτε σε ολόκληρο το δίσκο είτε με ένα μονο τραγουδι σε 37 δισκογραφικές δουλειές ενώ το όνομα του αναγράφεται στους τίτλους αρχής σε 60 ταινίες. Η πρώτη του μεγάλη κινηματογραφική στιγμή είναι το 1953, στην ταινία του Κουζό, «Το μεροκάματο του τρόμου», η οποία-δικαιώς-θεωρείται από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Το 1960 τον βρίσκουμε στο πλάι της Μέριλιν Μονρόε για λογαριασμό της ταινία του Κιούκορ, «Έλα να αγαπηθούμε». Φαίνεται πως ο Μοντάν και Μονρόε υπάκουσαν στην προτροπή της ταινίας και έζησαν έναν θυελλώδη έρωτα στην πραγματική ζωή.
Το 1969 η καριέρα του φτάνει στο αποκορύφωμα της όταν πρωταγωνιστεί στο βιογραφικό δράμα του Κώστα Γαβρά, Ζ, τη μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου του Θάσιου συγγραφέα, Βασίλη Βασιλικού. Ο Βασιλικός τονίζει για τη συνεργασία του με τον Μοντάν «Τον θυμάμαι, λίγο πριν από το γύρισμα του “Ζ”, να με ρωτά με επιμονή λεπτομέρειες για το physique του Γρηγόρη Λαμπράκη, για τον τρόπο που περπατούσε, ακόμα και για το αν συνήθιζε να φορά πουκάμισα με ψηλό ή χαμηλό κολάρο. Ο άνθρωπος ήταν περφεξιονιστής».
Άλλες ενδιαφέρουσες ταινίες στις οποίες έχει πρωταγωνιστήσει είναι το Garcon, το «Σεζαάρ και Ροζαλί» και το «Η παλιοπαρέα», του Κλοντ Σοτέ, το «Ζαν ντε Φλορέτ» και το «Η Μανόν των πηγών» του Κλώντ Μπερί.
Σπουδαία θέση στη ζωή του Μοντάν είχε η Σιμόνε Σινιόρε με την οποία έζησαν αρμονικά μέχρι το τέλος, παρά τις απιστίες του Ιβ. Αξίζει να αναφέρουμε το σχόλιο του Βασίλη Βασιλικού για το διάσημο αυτό ζεύγος: Ο Μοντάν με τη σύζυγό του, τη Σιμόν Σινιορέ, αποτελούσε για το χώρο του θεάματος ό,τι ήταν για το χώρο της λογοτεχνίας το ζεύγος Σιμόν ντε Μποβουάρ – Σαρτρ. Οι απανταχού κατατρεγμένοι έβρισκαν σ’ αυτούς τους δύο (Σινιορέ – Μοντάν) έναν πιο πολύ από πρόθυμο, θα έλεγα, υποστηρικτή τους.
Ο Μοντάν, φεύγει από τη ζωή κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας του «Το νησί των παχύδερμων, 1991», έχοντας ωστόσο προλάβει να γευθεί τη χαρά της πατρότητας: η δεύτερη σύζυγός του, η νεοτάτη Καρόλ Αμιέλ, του είχε χαρίσει στα 67 του χρόνια τον μοναχογιό του Βαλεντίνο.
Comment