alternative action, alternative thinking

Πίνακας | Think

1.77K 0

Της Ηλέκτρας – Αλίκης Σταματάκη ●

Ξύπνησα αξημέρωτα.
Επτά χρόνια μέσα σε αυτά τα πενήντα τετραγωνικά και ξαφνικά σα να μη με χωρούσαν. Ούτε το κρεβάτι μας με χωρούσε.
Σηκώθηκα, έφτιαξα έναν ζεστό καφέ και κάθισα στο πάτωμα. Ήθελα όλα να έχουν διαστάσεις, εκτός από ‘μένα εκείνο το ξημέρωμα. Να τα βλέπω μόνο εγώ. Είχα την αίσθηση πως καθισμένη κρύβομαι από τα πάντα.
Ξημέρωμα λοιπόν. Τι όμορφη ώρα. Το σκοτάδι αποκτά λάμψη σιγά σιγά. Μαγική εικόνα. Μόνο εκείνος έμενε σκοτεινός. Δεν ξημέρωνε ποτέ εκείνος. Τον κοίταξα και ήταν ανάσκελα. Άηχο ύπνο έκανε. Σαν νεκρός σκέφτηκα κι ένιωσα μια περίεργη ανακούφιση.
Ελάφρυνα ξαφνικά.
Η πραγματικότητα όμως, δεν με άφησε έτσι για πολύ. Κοίταξα καλύτερα και είδα σκόνη να εμφανίζεται και να χάνεται πάνω από το στόμα του. Από την ανάσα του είναι.

Ζει.

Έστρεψα το βλέμμα μου πάλι στο παράθυρο, κοιτώντας το αχνό ακόμα φως του ήλιου και θυμήθηκα πως δεν ζωγράφιζα πια. Οι καμβάδες μου άδειοι, τα πινέλα δίπλα ξεραμένα. Ακόμη και τα ποτήρια για τα πινέλα μου, δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω πια, βρομούσαν Ρούμι. Το δικό του Ρούμι. Μέχρι και με αυτά έπινε. Στην αρχή κατάπινε μπογιά με Ρούμι, μέχρι να φύγει κάθε ίχνος τελευταίας μπογιάς και να μείνει ατόφιο.
Έμεινα ώρες εκεί, ανάμεσα στον καφέ, το παράθυρο και τον Άλκη.
Οι σκέψεις μου άρχισαν να αναπολούν. Πήγα στη μέρα που τον γνώρισα επτά χρόνια πίσω περίπου. Ήταν νύχτα και είχα ξεμείνει στο αγαπημένο μου καφέ στο Κολωνάκι παρέα με τις ακουαρέλες μου  και τις μπογιές μου, καθόμουν σε ένα γωνιακό τραπεζάκι και γέμιζα με χρώμα, με ζωή, το λευκό χάος.
Πέρασε από δίπλα μου, με βήμα έντονο και ταχύτητα. Κρατούσε τσάντες και ένα ηχείο μεγάλο. Άφησα ότι κρατούσα στο τραπέζι και τον ακολούθησα με το βλέμμα μου. Άρχισε να βολεύεται και σιγά σιγά να βάζει το πρώτο CD να παίξει. Strangers in the night, σε εκτέλεση Brenda Lee.

Τον ερωτεύτηκα.

Πήρα γρήγορα την ακουαρέλα μου και άλλαξα τραπεζάκι, ήθελα άμεση οπτική επαφή. Ζωγράφισα το καφέ, εκείνον με μια ιδέα από Brenda κι εμένα να τον κοιτάω… Του έδωσα τη ζωγραφιά μου και από το επόμενο κιόλας βράδυ έφερα τα πράγματά μου στα πενήντα τετραγωνικά του.
Κοίταξα το ρολόι, είχε πάει πέντε το απόγευμα πια.
Τον κοίταξα και άρχισε να τεντώνεται, να σκεπάζεται, να τινάζεται.

«Ένα τσιγάρο», είπε και του πέταξα το πακέτο σχεδόν βίαια στα κλειστά ακόμα μάτια του.

Άναψε. Ρούφηξε. Μίλησε.

«Τι ώρα είναι;» ρώτησε
«Έχω χρόνια να ζωγραφίσω».
«Ναι. Βλέπω…Βλέπω τους καμβάδες άδειους. Τι ώρα είναι;»
«Θέλω να ζωγραφίσω πάλι».
«Κι εγώ θέλω να σε δω να ζωγραφίζεις. Το ξέρεις, πως τα χρώματά σου μου δίνουν ζωή».
«Δεν έχω τα ποτήρια για τα πινέλα μου. Να ξεπλένω τα χρώματα να μην μπερδεύονται».
«Να, εκεί είναι στο μικρό τραπεζάκι».
«Βρομάνε».
«Να τα πλύνω».
«Δεν θα καθαρίζουν τα πινέλα μου πια κι έτσι θα αναγκάζομαι να βουτάω το ένα χρώμα μέσα στο άλλο και ότι ζωγραφίζω θα είναι ακατανόητο».

Σαν να μη με άκουσε καν, σηκώθηκε, πάτησε το «On» στα πικ-απ του και βάλθηκε να παίζει μουσική. Ένα χρόνο τώρα παλεύει ένα κομμάτι…το ίδιο κομμάτι.
Άφησα το παράθυρο, το μονόλογό μου και τον καφέ στο πάτωμα και πήγα στο μπάνιο. Είχα ανάγκη από ένα ζεστό αφρόλουτρο.
Τελειώνοντας το μπάνιο μου, άκουσα το κουδούνι να χτυπάει και να ακολουθούν φωνές, ήχοι φιλιών και καλωσορίσματα. Δεν μπορούσα να φανταστώ ποιος ήταν, σπάνια μας επισκεπτόταν κάποιος, τα ωράριά μας, ο τρόπος ζωής μας, απαγόρευαν με κάποιο τρόπο την είσοδο, κι όμως τώρα κάποιος είχε έρθει και μάλιστα φίλος αν κρίνω από τους ήχους που έπιασα. Ήξερα καλά, όμως, πως εκείνη τη μέρα δεν είχα διάθεση να δω κανέναν.
Αποφάσισα να βγω από το μπάνιο μετά από ώρα, όταν άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει και να κλείνει. «Θα έφυγε», σκέφτηκα.
Με το κιμονό μου να ανεμίζει σε κάθε μου βήμα μπήκα στην κουζίνα, έβαλα ένα ποτήρι κρασί κι έστριψα για το σαλόνι. Έκπληκτη και με ύφος την πατήσαμε είδα καθισμένο φαρδιά πλατιά έναν άγνωστο άντρα στον καναπέ μου.

«Εσύ είσαι η Πέρσα», είπε. Δεν μίλησα. Απλώς κοιτούσα.
«Μου έχει μιλήσει πολύ για ‘σένα ο Άλκης».
«Πού είναι;»
«Είμαι ο Ίωνας, είμαστε φίλοι μια εικοσαετία, έλειπα όμως παραπάνω από τα μισά. Ταξίδευα ξέρεις, γύρισα πολλά μέρη στον κόσμο και… Α! μην το ξεχάσω, δεν ήρθα και με άδεια χέρια».

Σηκώνεται και πάει μέχρι το γραφείο.
Τον παρατηρώ. Ψηλός άντρας, φοράει έναν μπερέ και το παντελόνι του είναι κόκκινο. Σηκώνει από το πάτωμα δίπλα στο γραφείο ένα λεπτό παραλληλόγραμμο αντικείμενο, τυλιγμένο με χαρτί εφημερίδας. Μου το δίνει και μου λέει πως είναι για ‘μένα, από το τελευταίο του ταξίδι στην Ταϊλάνδη.
Το κράτησα στα χέρια μου, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν θέλω να το ανοίξω ή όχι. Έμεινα σιωπηλή, σαν να μην μπορούσα να ανταποκριθώ στην οποιαδήποτε συναναστροφή. Εκείνος τότε άρχισε να μου μιλάει για τη σχέση του με τον Άλκη, φίλοι από δεκαοχτώ χρονών, μουσικοί και οι δύο. Μου είπε για τις κραιπάλες και τα πάρτι που έκαναν σχεδόν κάθε Σάββατο, για τη λατρεία που είχαν και οι δύο στα ταξίδια…
Τον άκουγα και θυμόμουν τον άντρα εκείνο που ερωτεύτηκα, τόσο ελεύθερος, γεμάτος ζωή, κάθε βράδυ βάζαμε μουσική και χορεύαμε, κάναμε όνειρα πως θα αποκτήσουμε παιδιά, πολλά παιδιά και πως θα φύγουμε κάπου στην επαρχία, σ’ ένα μεγάλο αγροτόσπιτο και θα ζήσουμε ξέγνοιαστα, καθαρά. Εγώ ζωγράφιζα το σπίτι μας σε διάφορες εκδοχές, τον κήπο μας, τα ζώα μας, τον ήλιο πάνω από τη σκεπή μας. Μέχρι που μετά από αρκετές προσπάθειες μάθαμε πως δεν μπορούσαμε να κάνουμε τα παιδιά μας. Έτσι το πήρα εγώ, δεν μπορούσαμε.
Εκείνος τα έβαλε με τον εαυτό του.

«Φταίει η μέχρι τώρα ζωή μου, ρε συ. Φταίνε αυτά που πίνω τόσα χρόνια. Φταίω εγώ».
Έκλαψε δυνατά και δεν ξύπνησε ποτέ πια πρωί, έπινε δυο και τρεις φορές περισσότερο από πριν, χάθηκε…ξεχάστηκε.

Άρχισα ν’ανοίγω το πακέτο με νωχελικές κινήσεις.

«Επιτέλους», είπε.
Του χαμογέλασα. Τα μάτια μου γέμισαν με μπλε και έντονο κίτρινο χρώμα, ήταν πίνακας. Άρχισα να σκίζω το περιτύλιγμα με μανία.

«Vincent Van Gogh», είπα.
«Εξώστης καφενείου τη νύχτα στην Άρλ», είπε.
«Ναι», είπα.
«Δεν είναι φανταστική απομίμηση;» ρώτησε.
«Είναι υπέροχος, ναι. Απ’τα πιο ωραία καφέ που έχω δει ποτέ μου».
«Το ζωγράφιζε μια Ταϊλανδή, στο ξενοδοχείο που έμενα στο Chiang Mai, μου το πούλησε για ένα κομμάτι ψωμί, μη φανταστείς αλλά έδειχνε τόσο ευτυχισμένη όταν το αποχωριζόταν λες και ήξερε πως κάπου κάποιος το περιμένει».

Δεν μίλησα. Χαμογέλασα μονάχα και έμεινα να κοιτάω τον πίνακα, ένιωσα ξαφνικά μια πληρότητα, έγινα απέραντη, τόσο που δεν χωρούσα πια σε πενήντα τετραγωνικά.
Τη στιγμή της απεραντοσύνης μου άκουσα κλειδιά στην πόρτα. Μπήκε ο Άλκης με μια αγκαλιά Ρούμια και δυο πακέτα τσιγάρα.

«Γνωριστήκατε;» είπε ενώ έπαιρνε από το μικρό τραπεζάκι τα ποτήρια μου και τα γέμιζε Ρούμι.
«Στην υγειά του φίλου μου του Ίωνα που γίναμε επιτέλους προορισμός του».
«Μου δίνεις ένα τσιγάρο;» του είπα.

Το πήρα. Το άναψα και το κράτησα με το αριστερό χέρι. Έριξα μια ζακέτα στους ώμους, σήκωσα τον πίνακα με το δεξί και μπήκα στο μπάνιο.

Aπό το blog Poetica Vuelo

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DART Το cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων. Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close