alternative action, alternative thinking

Γράμμα στον Άγιο Βασίλη: Η γιαγιά μου | Think

1.23K 0

Της Βάσως Χόντου ●

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Σου γράφω γιατί έχω ένα καινούργιο πρόβλημα. Κάνε να βγάλει πρόεδρο η Νέα Δημοκρατία, μπας και ησυχάσουμε, κι εγώ θα σου φέρω μια λαμπάδα ίσα με το μπόι του Σπύρου Μπιμπίλα, γιατί εν τω μεταξύ διάγουμε και περίοδο κρίσης.

Aλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο μπαμπάς μου κι η μαμά μου την Κυριακή που μας πέρασε πήγαν σ’ έναν γάμο στη Θήβα, οπότε μας άφησαν να περάσουμε τη μέρα με τη γιαγιά. Η γιαγιά μου μένει στο Κολωνάκι, φοράει μωβ σατέν νυχτικιές, έχει ένα πεκινουά, τον Κωνσταντίνο, και κάθε Πρωτοχρονιά μού κάνει δώρο ένα κολιέ με αληθινές πέρλες. Τώρα γιατί αυτές οι πέρλες λέγονται αληθινές κι οι άλλες ψεύτικες, θα σε γελάσω και δεν το θέλω. Ο αδερφός μου όλες ίδιες τις βρίσκει σε γεύση. Μόνο που πέρσι κατάπιε το κολιέ-δώρο της γιαγιάς και τον τρέχαμε πάλι στο Παίδων «Μαρί Κυριακού» για πλύση στομάχου. Μεταξύ μας τώρα, εγώ νοιαζόμουνα περισσότερο για τις πέρλες παρά για τον αδερφό μου, γιατί πρώτον αυτός είναι εφτάψυχος και δεύτερον ξέρεις πόσο έχει πάει σήμερα η αληθινή πέρλα; Μου το ‘πε η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη που την είδα στον ύπνο μου. «Μαιρούλα, οι πέρλες είναι ότι πολυτιμότερο έχεις», μου ψιθύρισε κι ήταν σαν να μιλάει εκείνος ο δεκάκιλος ροφός που είχε ψαρέψει ο μπαμπάς μου το καλοκαίρι στην Τζια. Ροφός με σολάριουμ, τσάντα Ερμές, φρύδι-υπερυψηλή γέφυρα Χαλκίδας και αντιανεμικό μαλλί. Τότε εγώ θυμήθηκα την ξαδέρφη μου τη Βιολέτα, που όπως κρυφάκουσα να λέει η μαμά μου, έχασε ότι πολυτιμότερο έχει στα νταμάρια στον Βύρωνα και σκέφτηκα πως άντε τώρα να βρεις την πέρλα κάτω από τις πέτρες.

Ξέχασα να σου πω Άγιε Βασίλη πως η γιαγιά μου είναι και καραδεξιά. Πάνω από το κρεβάτι της, εκεί που άλλες γιαγιάδες έχουν μια κεντημένη Παναγία, έναν ξυλόγλυπτο Χριστό, ή μια φωτογραφία με τα εγγόνια τους, αυτή έχει τον γέρο Καραμανλή με το παχύ το φρύδι. Τον είχε γνωρίσει σ’ έναν αποκριάτικο χορό στην Ηρώδου Αττικού το 1950. Όπως μου έχει πει 1,543,897 φορές, σ’ αυτόν τον χορό ήταν καλεσμένο όλο το αφάν σκατέ των Αθηνών. Δηλαδή όλοι οι πλούσιοι. Η γιαγιά μου φορούσε μια ταφταδένια τουαλέτα στο χρώμα της μέντας, που αναδείκνυε τα διάφανα μάτια και τα πυρρόξανθα, στολισμένα με άνθη λεμονιάς, μαλλιά της, ενώ ο Καραμανλής έστεκε αγέρωχος μέσα στο σμόκιν του που ταίριαζε άψογα με το λευκό του πάγου πουκάμισο και το σουά σοβάζ παπιγιόν του. Έτσι μου τα ‘πε, έτσι στα λέω. Όταν η ορχήστρα άρχισε να παίζει τα κύματα του Δουνάβεως, ο Καραμανλής που εν τω μεταξύ καμάκωνε τη γιαγιά μου, της ζήτησε να χορέψουν. Ένα χαμόγελο όλο υποσχέσεις ζωγραφίστηκε στα χείλη της και τα κορμιά τους άρχισαν να στροβιλίζονται παραδομένα στη δίνη ενός αγέννητου κι ανομολόγητου έρωτα. Έτσι μου τα ‘πε, έτσι στα λέω. Όμως λίγο πριν το τέλος του βαλς, η γιαγιά μου έχασε την ισορροπία της, έριξε κάτω τον Καραμανλή, που γενικά έπεσε πάνω στον μπουφέ και ειδικά μέσα σ’ ένα ταψί ροσμπίφ. Τότε αυτός της είπε «δεσποινίς μου, τα κάνατε όλα βόλο» και εξαφανίστηκε από την αίθουσα κι απ’ τη ζωή της. Η γιαγιά μου απαρηγόρητη βρήκε απάγκιο στα φρύδια του παππού μου, που την είχε σταμπάρει από νωρίς, κι έτρεξε με ένα αρωματισμένο μαντηλάκι να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάτια της και το ροσμπίφ απ’ τον ταφτά.

Από εκείνο το βράδυ, η γιαγιά μου κόλλησε με το όνομα Κωνσταντίνος, εξ’ ου και το όνομα του πεκινουά. Κάθε πρωί βγαίνει στη Σκουφά με το έρημο το ζωντανό, που παρεμπιπτόντως τού φοράει χοντρό πουλόβερ Ιούνιο μήνα, το αμολάει και μετά φωνάζει «Constantin, viens ici». Μια φορά γύρισε ο Τζούμας, άλλη μια φορά ο Μαρκουλάκης και χθες το πρωϊ ο Kωνσταντίνος Αργυρός του οποίου και είμαι τρελή φαν. Όμως η γιαγιά μου, που όπως έχω αρχίσει να υποψιάζομαι είναι στα πρόθυρα της άνοιας, ξέχασε να του ζητήσει αυτόγραφο για λογαριασμό μου και πολύ στεναχωρέθηκα. Τόσο δεν είχα στεναχωρεθεί ούτε όταν η ξαδέρφη μου η Βιολέτα με είπε «μικρομέγαλο, γυαλαμπούκα και ταβανόπροκα». Αλλά ας επανέλθουμε στο θέμα μας.

Μετά από εκείνο το μοιραίο βράδυ με τον Καραμανλή, η γιαγιά μου έγινε ορκισμένη οπαδός της Νέας Δημοκρατίας. Το πόσα κομμάτια βασιλόπιτα έχει σερβίρει στην Ντόρα Μπακογιάννη, το πόσα τσάγια έχει πιει με την Παρθένα Φουντουκίδου, το πόσες ντεκαπάζ έχει κάνει δίπλα στην Φάνη Πάλλη-Πετραλιά, το πόσες αφίσες του Νικήτα Κακλαμάνη έχει κολλήσει στην Κριεζώτου, δεν λέγεται. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ΝΟΔΕ Κολωνακίου αλλά στον εορτασμό για τα τριάντα χρόνια της παράταξης, θες από τον ενθουσιασμό, θες από την άνοια, έβαλε κατά λάθος στο ίδιο τραπέζι Σαμαρά και Κωνσταντίνο Μητσοτάκη κι αυτόματα έθεσε εαυτόν στη διάθεση της τομεάρχου. Και η τομεάρχης την έστειλε στον διάολο κι ακόμα παραπέρα. Όμως η γιαγιά συνέχισε να αγαπάει τη Νέα Δημοκρατία και σε άσχετες στιγμές να αναφωνεί «ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία».

Την Κυριακή, με το που φτάσαμε στο σπίτι της γιαγιάς, κατάλαβα πως κάτι περίεργο συμβαίνει. Το σαλόνι μύριζε λιβάνι, Παπαστράτος κασετίνα άφιλτρα και σανέλ νούμερο 5. Εκείνη φορούσε ένα γκρι αρζάν ταγέρ με μια διαμαντένια καρφίτσα στο πέτο και στο αριστερό χέρι κρατούσε ακόμα την τσάντα της. «Έχουμε πρόβλημα, Πολύκαρπε. Μεγάλο πρόβλημα», είπε στον μπαμπά μου. «Έπεσε ο σέρβερ. Mας ματιάσανε αγοράκι μου, μας ματιάσανε. Ποιος τους ακούει τώρα τους άπλυτους κομμουνιστάς». Το ότι αποκαλούσε «αγοράκι μου» τον μπαμπά μου τον τόφαλο, το προσπέρασα γρήγορα γιατί είχα σοβαρότερα προβλήματα. Ποιος ήταν αυτός ο κύριος σέρβερ και γιατί έπεσε; Ήτανε σοβαρά; Δεν τόλμησα όμως να ρωτήσω γιατί εν τω μεταξύ η γιαγιά είχε σωριαστεί ημιλιπόθυμη σε μια καρέκλα με την τσάντα στο ένα χέρι και το εβιάν στο άλλο. Η Σβετλάνα έχωσε εμένα και τον αδερφό μου στην κουζίνα, μας έφερε πανκέϊκς με βρώμη, που παρεμπιπτόντως δεν μπαίνανε σε στόμα, κι εγώ έστησα αυτί.

Η γιαγιά είχε ξυπνήσει με τις κότες, αν κι αυτό δεν συνηθίζεται στους κύκλους της, ντύθηκε, στολίστηκε και πήγε πρωί-πρωί να ψηφίσει για αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας. Θα έριχνε Κυριάκο δαγκωτό. Ανέκαθεν τη γοήτευε η δυναστεία Κάρινγκτον-Μητσοτάκη και το παχύ το φρύδι. «Μόνο ο Κυριάκος μπορεί να μας οδηγήσει πάλι στην εξουσία. Είναι δύναμη ευθύνης, δύναμη προοπτικής», την άκουσα να λέει στη Σβετλάνα που δεν καταλάβαινε γρι ελληνικά. Μετά πέταξε κι ένα «ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία» και πήγε για ύπνο. Τους συνυποψηφίους του Κυριάκου δεν ήθελε ούτε να τους βλέπει. Τους αποκαλούσε «αυτοί οι κύριοι» ή «οι αντίπαλοί μας», αλλά όταν ήμασταν μεταξύ μας έλεγε τον Τζιτζικώστα «τέρτσο», τον Μεϊμαράκη «αρκουδόμαγκα» και τον Άδωνη «παπατζή».

Γι’ αυτό σου λέω Άγιε Βασίλη, κάνε να μην ξαναπέσει ο σέρβερ της Νέας Δημοκρατίας και να γίνουν κανονικά οι εκλογές. Με το που έφυγε ο μπαμπάς μου, η γιαγιά έδωσε σε ‘μενα και τον αδερφό μου μια ντάνα ψηφοδέλτια και μας έβαλε να σταυρώνουμε το όνομα του Κυριάκου. «Δια παν ενδεχόμενον μωρά μου», είπε και μας έχωσε από ένα διακοσάευρο στο χέρι. Είναι πολλά τα λεφτά Άγιε, όμως βγάλανε κάλους τα χεράκια μου. Άσε που από την Κυριακή, βλέπω κάθε βράδυ τον Κυριάκο στον ύπνο μου να με κοιτάει μ’ εκείνα τα γουρλωμένα μάτια και να μου λέει: «Μαιρούλα, έρχομαι να σε σώσω». Όμως εγώ δεν θέλω να με σώσουν. Ούτε αυτός, ούτε κανένας.

Με πολλή αγάπη
Η φίλη σου
Μαιρούλα, μαθήτρια τρίτης δημοτικού

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DART Το cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων. Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close