alternative action, alternative thinking

Dear Santa: Πώς πέρασα τις διακοπές του Πάσχα | Think

2.91K 0

Της Βάσως Χόντου ●

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Φέτος το Πάσχα πήγαμε διακοπές στο σπίτι της γιαγιάς μου στη Ζαρούχλα Αχαΐας. Αυτή τη γιαγιά μου, τη φωνάζουν γιαγιά-Μαρία ή σκέτο Πατρινιά. Επίσης την λένε και μπιπ γιατί μια φορά που ήμουν στο δωμάτιό μου, άκουσα τον μπαμπά μου να λέει στη μαμά μου «την είδαμε και τη μάνα σου την μπιπ που στις 9 του μακαρίτη άλλον έμπασε στο σπίτι». Τώρα ποιες 9 εννοούσε ο μπαμπάς μου θα σε γελάσω και δεν το θέλω. Το μόνο που ξέρω είναι πως η γιαγιά λίγο μετά που πέθανε ο παππούς μάς εμφάνισε τον καινούργιο της σύντροφο (έτσι μας τον είπε), τον γκόμενο σαν να λέμε, που τον λένε κύριο Δημοσθένη, φοράει στρογγυλά γυαλιά, μυρίζει κολόνια πεύκο κι η γιαγιά τού ρίχνει καμιά δεκαπενταετία. Όμως τον κύριο Δημοσθένη εγώ πολύ τον αγαπάω γιατί όποτε μας βλέπει μας χαρτζιλικώνει γερά και κρυφά από τη γιαγιά, η οποία με τη σειρά της όποτε μας βλέπει μας χαρτζιλικώνει γερά και κρυφά από τον κύριο Δημοσθένη. Αφού να σκεφτείς Άγιε Βασίλη, πέρσι έφυγα από τη Ζαρούχλα με ένα κομπόδεμα της τάξεως των πεντακοσίων εξήντα ευρώ. Βασικά κέρδισα και το χαρτζιλίκι του αδερφού μου με τον οποίο είχα βάλει στοίχημα ότι αν πάμε στην κεντρική πλατεία και φωνάξω «Ζήτω ο Τσίπρας», θα εισπράξω τουλάχιστον είκοσι μούντζες και δέκα «άι στο διάολο κωλόπαιδο, μας σύγχισες βραδιάτικα».

Ξεκινήσαμε λοιπόν Μεγάλο Σάββατο πρωί, αφού πρώτα φορτώσαμε το αμάξι με τέσσερις βαλίτσες, ένα ποδήλατο με βοηθητικές του αδερφού μου, ένα ροζ χωρίς βοηθητικές δικό μου κι ένα μάουντεν μπάϊκ του μπαμπά μου, που πόσο το λυπάμαι το μάουντεν δεν λέγεται. Που αν το ποδήλατο είχε ψυχή, θα τον πέταγε μέσα στον πρώτο διαθέσιμο γκρεμό, μπας και γλυτώσει από τον χοντρό. Πήραμε ακόμη τρία παπλώματα, τα βαριά μας τα μπουφάν και τον εξοπλισμό του σκι, γιατί όπως είπε κι ο μπαμπάς μου «μπορεί να κάνει και κρύο». Επίσης πήραμε μαγιό, κουβαδάκια, έναν φορητό ανεμιστήρα και τον κροκόδειλο-σωσίβιο, γιατί όπως πάλι είπε ο μπαμπάς μου «αλλά μπορεί να κάνει και ζέστη». Η μαμά μου κουβάλησε μια γάστρα, το τεπανγιάκι, ένα σερβίτσιο πιάτων και μια εικοσάδα ποτήρια γιατί όπως την άκουσα να λέει σε μια φίλη της «Πάει η μάνα μου, το ‘χασε το μυαλό της μ’ αυτόν το ζιγκολό. Όλα θα της τα φάει. Μέχρι και το μουστάκι θα την βάλει να ξυρίσει». Το πόσο στριμωχτήκαμε μέσα στο αμάξι, άλλο να σου λέω κι άλλο να μας βλέπεις. Εγώ καθόμουν μέσα στην σαλατιέρα κι είχα αγκαλιά τον κροκόδειλο, ενώ ο αδερφός μου που επίσης δεν χωρούσε, είχε σε όλη τη διαδρομή το κεφάλι έξω από το παράθυρο, με αποτέλεσμα το μαλλί του να γίνει όπως της Φουρέιρα στο Ρεγκετόν.

Με το που φτάσαμε στη Ζαρούχλα μάς περίμεναν στην είσοδο η γιαγιά μου και ο κύριος Δημοσθένης. Η γιαγιά μου φορούσε ένα σκισμένο μαύρο τζιν σαν αυτά που φοράει η ξαδέρφη μου που πάει Β’ Γυμνασίου και ήταν πολύ όμορφη. Είχε ξυρίσει και το μουστάκι. Όταν κατεβήκαμε από το αμάξι, ο κύριος Δημοσθένης μου έδωσε κρυφά εκατό ευρώ και μου είπε «Μαιρούλα, αυτά για να πάρετε λαμπάδες».

Εμείς εν τω μεταξύ είχαμε αγοράσει λαμπάδες από την Αθήνα, αλλά εγώ έκανα την πάπια.
Το βράδυ στην Ανάσταση πέρασα καταπληκτικά. Μας ντύσανε πάλι σαν ταμένα, εμένα με κάτι φιόγκους και τον αδερφό μου με κάτι παπιγιόν, και 12 παρά 10 ήμασταν οικογενειακώς στο προαύλιο της εκκλησίας. Η μαμά μου, που στο μεταξύ το είχε δαγκώσει, είχε φορέσει ένα μωβ δαντελένιο φόρεμα και μια κίτρινη καμπαρντίνα κι όλο έλεγε ψιθυριστά στον μπαμπά μου «Μου ‘χεις φάει τη ζωή. Δέκα λεπτά σε άφησα μόνο σου και τα έκανες μαντάρα. Που πας και μου φοράς ριγέ σακάκι με καρό πουκάμισο. Τσαρουχόβλαχε, ε τσαρουχόβλαχε. Ούτε παπούτσια με ζώνη δεν έμαθες να συνδυάζεις. Να βράσω τα Κολωνάκια που σε μεγάλωσε η μάνα σου». Στο μεταξύ ο μπαμπάς μου χαμογελούσε ξεψυχισμένα γιατί αφ’ ενός κιαλάριζε μια κοκκινομάλλα, τρεις οικογένειες δεξιά, κι αφετέρου είχε ήδη κρυφοφάει ένα πιάτο μαγειρίτσα, ένα μπολ τζατζίκι, το σοκολατένιο αυγό του αδερφού μου και μερικές σεφταλιές. Λίγο να τσαντιζόταν, θα εκτοξευόταν το κουμπί από το πουκάμισο και θα θρηνούσαμε θύματα.

Δώδεκα ακριβώς, βγήκε ο παπάς μ’ ένα χειλόφωνο, είπε το «Χριστός Ανέστη», μετά είπε «δικό σας», πέσανε κάτι τζούφια πυροτεχνήματα κι εμείς αρχίσαμε να ανάβουμε τις λαμπάδες μας. Όλοι εκτός από τον αδερφό μου, τον επονομαζόμενο και Μπουρλοτιέρη, ο οποίος εκτός από τη λαμπάδα του, άναψε το ταφταδένιο φουστανάκι ενός μωρού κι έβαλε φωτιά στο μαλλί μιας κυρίας που από Ελένη Δήμου κατέληξε Νίκος Μουτσινάς. Η μαμά μου, που ήταν ήδη τούρμπο από τα νεύρα, τον άρπαξε από το αυτί, τον έσυρε μέχρι το σπίτι και τον άφησε νηστικό, προς μεγάλη ικανοποίηση του μπαμπά μου που έφαγε και τη δική του μερίδα κι όλο το βράδυ βογκούσε σαν ετοιμόγεννη.

Tην Κυριακή του Πάσχα πέρασα πάλι καταπληκτικά. Ψήσαμε στην αυλή της γιαγιάς μου. Εκτός από εμένα, τον αδερφό μου, τη μαμά μου, τον μπαμπά μου, τη γιαγιά μου και τον κύριο Δημοσθένη, ήρθαν και η θεία μου η Μερόπη με τον άντρα της τον Απόστολο, ή Notis όπως τον λέει η μαμά μου αλλά εγώ δεν έχω καταλάβει ακόμα το γιατί. Ο Notis ντύνεται πάντα με κάτι άσπρες λαμέ φόρμες, φοράει χοντρή αλυσίδα στο λαιμό κι έχει ένα λεπτό μουστακάκι σαν ποντικοουρά. Επίσης, αγαπάει πολύ την πατρίδα, τη θρησκεία και την οικογένεια, ενώ στο χέρι του έχει ένα πελώριο τατουάζ που γράφει «HΕΛΛΑΣ».

Ο μπαμπάς μου κι ο Notis τσακώνονται συνέχεια για τα πολιτικά. Για να μην σπάσει η παράδοση πλακώθηκαν και φέτος πάνω από τη σούβλα με το αρνί. Το θέμα της σύρραξης ήταν το προσφυγικό. Στην αρχή μιλούσαν ήρεμα, μέχρι που ο Notis γύρισε και είπε στον μπαμπά μου «Άσε τις μαλακίες Πολύκαρπε. Εσείς τα κουμμούνια να μαζέψετε τους βρωμιάρηδες στα σπίτια σας κι όχι να τους αφήνετε στις πλατείες να μας λερώνουν τα μάτια». Τότε ο μπαμπάς μου τον κοίταξε με σιχασιά, λες και του έδωσες να φάει μπρόκολο, και του απάντησε πως «βρωμιάρηδες, βρωμιάρηδες, αλλά καλά τούς πουλάς το σάντουιτς ζαμπόν-τυρί 7 ευρώ». Στο σημείο αυτό ξέχασα να αναφέρω πως ο Notis έχει καντίνα, κυνηγάει τις ευκαιρίες όπως λέει ο ίδιος, και σερβίρει όλα τα κατασχεμένα όπως ισχυρίζεται ο μπαμπάς μου. Επίσης, δεν είναι να του θίξεις την επαγγελματική του αξιοπρέπεια. Πριν προλάβει ο μπαμπάς μου να πει «ευρώ», ο Notis που είναι ευκίνητος και μουλωχτός σαν αίλουρος, του έχωσε μια μπουνιά στο σαγόνι κι ο μπαμπάς μου έπεσε πάνω στην ψησταριά, με αποτέλεσμα το μισοψημένο αρνί να προσγειωθεί κάπου στο διάστημα. Έτσι καταλήξαμε και νηστικοί και δαρμένοι.

Μετά τον τσακωμό η μαμά μου μάς τσουβάλιασε άρον-άρον στο αυτοκίνητο, αποχαιρετήσαμε με δάκρυα τη Ζαρούχλα και φύγαμε για την Αθήνα. Εγώ βασικά έκλαιγα, γιατί εν τω μεταξύ δεν είχα προλάβει να εισπράξω το χαρτζιλίκι που μας φύλαγε η γιαγιά μου. Γιατί τί να πρωτοπληρώσεις με τα 100 ευρώ του κυρίου Δημοσθένη; Την ντουλάπα της Μπάρμπι, την Πριγκίπισσα Σοφία ή την Κούκλα Λαλαλούπσι με το χνουδωτό τσιουάουα; Γι’ αυτό σου λέω Άγιε μου Βασίλη. Δεν μ’ αρέσει το Πάσχα. Δεν βγαίνω οικονομικά. Δεν βγαίνω.

Με πολλή αγάπη
Η (έχω μεγάλα οικονομικά προβλήματα) φίλη σου
Μαιρούλα
Μαθήτρια 3ης Δημοτικού

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DART Το cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων. Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close