alternative action, alternative thinking

Θεσσαλονίκη, χρόνος παρατατικός: τα παλιά στέκια | Stories

742 0

Του Φώτη Γιάντσιου ●

Η νοσταλγία πουλάει. Και καλά κάνει. Για να παραφράσω τον Κωνσταντίνο Αρώνη, όταν μας απογοητεύει το παρόν, μπορεί να ελπίζουμε στο μέλλον, όμως πάντα ανατρέχουμε στο ένδοξο παρελθόν μας για να νιώσουμε καλύτερα και να πάρουμε δυνάμεις.

Μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος μας είναι τα παλιά μας στέκια, μέρη που συνδυάστηκαν με στιγμές, που υπήρξαν είτε οι καταλύτες είτε οι περιβάλλοντες χώροι, τα σκηνικά, αν θέλετε, όπου εξελίχθηκαν οι προσωπικές μας ιστορίες, αυτές που θα μείνουν για πάντα στην ταινία της ζωής μας.

Όταν λοιπόν τα μαγαζιά κλείνουν ή μετακομίζουν, τι συμβαίνει στις ώρες που περάσαμε εκεί; Τίποτα, πέρα από το ότι περνούν στη σφαίρα του μύθου, μιας και η ιδιαίτερη σκηνή τους δεν μπορεί πια να ξαναχρησιμοποιηθεί για νέες περιπέτειες.

Υπάρχουν πολλές λίστες τέτοιες, αυτές που μιλάνε για μαγαζιά γνωστά, που φιλοξένησαν “γενιές” ή “θρύλους,” ή αντίστοιχες μεγαλοστομίες. Θέλω όμως να κάνω μια ειδική μνεία στα μέρη που είχαν σημασία για μένα και για μια χούφτα δικούς μου, αυτά που μπορεί να μη συνδέθηκαν με την ιστορία της Θεσσαλονίκης ή της Ελλάδας ή της άγριας νεολαίας ή της διανόησης, συνδέθηκαν όμως με την ξένη μα και οικεία εκείνη χώρα που λέγεται παρελθόν.

ΥΓ: Προς αποφυγήν μπερδεμάτων, περιόρισα τη λίστα στο Κέντρο της Θεσσαλονίκης. Όσοι γνωρίζετε τη συμπρωτεύουσα και είστε μιας ηλικίας, μεγαλώσατε ή σπουδάσατε εδώ, θα αναγνωρίσετε τα μέρη για τα οποία μιλάω. Όσοι είστε από άλλες πόλεις και δεν έχετε σχέση με τη Νύμφη του Θερμαϊκού, μπορεί και να είστε σε λάθος άρθρο, ή μπορεί να κάνετε μια ενδιαφέρουσα βόλτα.

Σινεμά:

Τιτάνια: Κλέβω λίγο με το καλημέρα, μιας και το όριο του Κέντρου της Θεσσαλονίκης τοποθετείται σαφώς στο ανατολικό πεζοδρόμιο της οδού Λαγκαδά και το “Τιτάνια” βρισκόταν στην απέναντι πλευρά του δρόμου, στα όρια του Βαρδάρη, απέναντι από την Ποδηλατούπολη. Εκεί είδα τις πρώτες μου ταινίες στο σινεμά, εκεί πήγα για πρώτη φορά χωρίς της συνοδεία γονέων, και εκεί γεννήθηκε και ο έρωτάς μου για τη μεγάλη οθόνη. Είχε δύο αίθουσες, μια μεγάλη και μια μικρή, συχνά μισοάδειες, με εμάς να καθόμαστε τρίτη-τέταρτη σειρά, με τα πόδια στις μπροστινές θέσεις.

Highlight: Δύσκολο να το τοποθετήσω, αλλά νομίζω οι πρώτοι “Πειρατές της Καραϊβικής”.

Καφετέριες:

1. Μικρό Μπλε 2: Όλοι γνωρίζουν το “Μικρό Μπλε,” την καφετέρια στην αρχή της διαδρομής μεταξύ Καμάρας-Ροτόντας, από τη δεξιά μεριά, τη μεριά του πεζόδρομου. Το “Μικρό Μπλε 2” βρισκόταν στη μικρή, αδιέξοδη οδό που βρίσκεται ανεβαίνοντας δεξιά, και καταλήγει (πού αλλού;) στην Παναγία Δεξιά. Το “Μικρό Μπλε 2” έπαιζε ροκάκια, είχε άβολους, στενούς καναπέδες, ξύλινες καρέκλες καφενείου, τραπέζια με μαρμάρινη κορυφή και γκραφίτι στους τοίχους. Ήταν η πρώτη μου επαφή, ως έφηβος, με τους “αλήτες” της ηλικίας μου και της Ναυαρίνου, αυτούς που μου φαινόταν μύθοι και θρύλοι επειδή άκουγαν Διάφανα Κρίνα και Ξύλινα Σπαθιά, κάπνιζαν, και έκαναν πού και πού και λίγο χόρτο. Όταν έχασε την προσωπικότητά του, όταν έγινε ένα μαγαζί που “ψηφίζει ΠΑΣΟΚ” κατά τον φίλο μου τον Ανδρέα, κάπου στα πρώτα πανεπιστημιακά χρόνια, το εγκατέλειψα στη μοίρα του. Πάντα όμως το θυμάμαι με αγάπη.

Highlight: Η μέρα που ένας τύπος έκατσε στο τραπέζι όπου καθόμασταν τρία άτομα και μας έπιασε την κουβέντα, και μας πήρε δέκα λεπτά να καταλάβουμε ότι δεν τον ήξερε κανένας από τους τρεις.

miko mple

2. Cofix: Εντάξει, ξανακλέβω λίγο. Το Cofix λογικά το ξέρουν όλοι όσοι είναι μιας ηλικίας, αλλά δεν μπορεί να λείπει από τη λίστα αυτή. Το Cofix βρισκόταν στη Λώρη Μαργαρίτη, έναν ελάχιστο δρόμο που ενώνει την Προξένου Κορομηλά με το τέλος της Ναυαρίνου, διάσημη επίσης και για τον “Τρυποκάρυδο”. Ήταν μια θεματική καφετέρια, με θέμα, τι άλλο, τα κόμικς. Οι τοίχοι ήταν διακοσμημένοι με πάνελς από διάφορα κόμικς, υπαρκτά ή και ανύπαρκτα, διέθετε βιβλιοθήκη με κομμάτια της συλλογής του Δημήτρη, του ιδιοκτήτη, και τα πάντα, αλλά τα πάντα, είχαν να κάνουν με το λατρεμένο μας θέμα. Από τα παιχνίδια, (σκάκι Lord of the Rings ας πούμε), μέχρι τις κούπες, τα ποτήρια και τα ποτά. Είχε την καλύτερη σοκολάτα που έχω πιει ποτέ (τσιμπημένη αλλά άξιζε), και ο επάνω όροφος ήταν αφιερωμένος στους Έλληνες καλλιτέχνες, με την ταπετσαρία του τοίχου αλλά και τα τραπέζια γεμάτα από τις δουλειές τους. Φιλοξενούσε εκθέσεις, anime cosplay parties, και το βράδυ πρόβαλε Ροζ Πάνθηρα με προτζέκτορα. Λειτουργούσε και σαν μπαράκι, αλλά ήταν η καφεϊκή του διάσταση που είχε σημασία.

2. Highlight: 10:00 η ώρα το βράδυ. Η σερβιτόρα παίρνει παραγγελία μερικά σφηνάκια από τη διπλανή παρέα και δύο τοστάκια από εμάς, καθώς κοιτάμε επίμονα τη σκακιέρα. (Είχα μεγαλώσει λίγο τότε. Καθόμουν έξω ως αργά). Άντε και μερικά αποτυχημένα ραντεβού.

Cofix

Κομιξάδικα:

1. Comicon: Οι Αθηναίοι φίλοι μπορεί να το αναγνωρίζουν, μιας και υπήρχε αντίστοιχο μαγαζί στην πρωτεύουσα, που έκλεισε προσφάτως, αν δεν κάνω λάθος. Το Comicon βρισκόταν σε ένα ημιυπόγειο στη Ζεύξιδος, το δεύτερο μαγαζί από την πάνω μεριά καθώς στρίβεις από την Ικτίνου. Είχε πράσινες πινακίδες όπου έπαιζε χαρωπή η ουρά του Μαρσουπιλαμί, και ανήκει στην πρώιμη εφηβική μου ηλικία, όταν είχε ξεκινήσει η ενασχόλησή μου με τα κόμικς, προτού όμως περάσω στις ξενόγλωσσες (αγγλικές και αμερικάνικες) εκδόσεις. Ανήκε στις εκδόσεις της Μαμουθκόμιξ, που έχουν νομίζω μέχρι τώρα τα δικαιώματα σε Αστερίξ, Λούκυ Λουκ κλπ, και είχε τέτοιου είδους σειρές, παλιάς κοπής, στο κλασσικό αυτό φορμάτ που γνωρίζουμε όλοι. Περνούσα ώρες εκεί, έχοντας πιάσει φιλίες με την υπάλληλο, μέχρι που σχεδόν εξάντλησα το στοκ, μιας και η Μαμούθ έχει να βγάλει καινούργιο κόμικ από το 1980. Είχε επίσης βιβλία, από τα οποία δεν αγόρασα ποτέ, και χιλιάδες επί χιλιάδων αντικείμενα merchandizing, από μαγνητάκια και μπρελόκ, μέχρι κούκλες.

Highlight: Το μπρελόκ Corto Maltese που αγόρασα για τον πατέρα μου και στο οποίο έχει ακόμη περασμένα τα κλειδιά του. Είχα αγοράσει και για μένα ένα, αλλά μου το κλέψανε μαζί με το τσαντάκι μου κάπου στο δεύτερο έτος. ( 🙁 )

2. Σπηλιά των Κόμικς: Εδώ, τα πράγματα δυσκολεύουν. Τι να πω για τη Σπηλιά; Τον Ναό; Το μαγαζί όπου ανδρώθηκαν (ή γυναικώθηκαν, γιατί όχι) σχεδόν όλοι οι κομιξάδες της πόλης; Αρκεί να πω πως εγώ έζησα τη Σπηλιά, ένα στενόμακρο μαγαζί με έναν επάνω όροφο βγαλμένο από ταινία φαντασίας, στη δεύτερη και διασημότερη ενσάρκωσή της, στην οδό Δημοσθένους, που είναι το πρώτο στενάκι που συνδέει τη Μητροπόλεως με τη Νίκης, στρίβοντας δυτικά από την Αριστοτέλους. Αγορές, συζητήσεις, γνώσεις, φιλίες, όλη μου η σοβαρότερη ενασχόληση με την 9η τέχνη ξεκίνησε εκεί. Ήρωες και περιπέτειες, η χαρά της ανακάλυψης, και ο Τάσος, ο τεράστιος Τάσος, πάντα πίσω από το ταμείο, να βοηθάει, να εξηγεί, να σχολιάζει. Συνέντευξη του Τάσου μπορείτε να βρείτε εδώ: http://alternactive.gr/to-proto-comic-con-tis-thessalonikis-interviews/, μιας και άνοιξε αργότερα το Cosmic Realms, το σημερινό μοναδικό εξειδικευμένο κατάστημα κόμικς της πόλης, και διοργανώνει το ετήσιο φεστιβάλ κόμικς της πόλης. Η Σπηλιά μετακόμισε, μετά από πολλά χρόνια, σε ένα ημιυπόγειο στην Ιπποδρομίου, αλλά τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Ο Τάσος έφυγε, και το μαγαζί σε λίγο κατέβασε ρολά, κλείνοντας μαζί του και ένα τεράστιο κεφάλαιο στη ζωή όλων των φίλων των κόμικς της Θεσσαλονίκης.

Highlight: Εδώ κι αν δεν μπορώ να διαλέξω. Ίσως όμως η πρώτη φορά που μπήκα μέσα στη Σπηλιά, ψαρωμένος προέφηβος τότε, με μακριά μαλλιά, πατομπούκαλα στα μάτια και ένα πορτοκαλί μπουφάν που μου έφτανε ως τα γόνατα (χωρίς πλάκα), να αξίζει περισσότερο από όλες. Περιττό να προσθέσω πως έφτασα μέχρι τα πρώτα ράφια, έπιασα το πρώτο κόμικ που βρέθηκε μπροστά μου, το ξεφύλλισα, κοίταξα αριστερά μου τον πανύψηλο (όπως μου φάνηκε τότε) μεταλλά, και όταν με κοίταξε και αυτός, έχωσα ξανά το κόμικ στη θέση του και έφυγα πανικόβλητος. Το παιδί το γνώρισα πολλά χρόνια αργότερα. Είναι όντως δίμετρος. Το ήξερα!

Νετάδικα:

1. Terra Nova: Ααααχ, γλυκό πουλί της νιότης. Πάρε με πίσω σε απλούστερες εποχές. Το Terra Nova, ή “η” Terra Nova όπως την αποκαλούσαμε εμείς, ήταν ένα νετάδικο στον μικρό, παράλληλο με τη Μελενίκου δρόμο που ξεκινάει πίσω από την Παναγία Δεξιά και καταλήγει φάτσα φόρα στα δεξιά της Ροτόντας. Με μια γρήγορη αναζήτηση στο Google Maps, ο δρόμος λέγεται Αγίου Γεωργίου και συνεχίζει παίρνοντας τη στροφή, μέχρι να μεταμορφωθεί στην αρχή της Φιλίππου. Η Terra Nova ήταν μικρό νετάδικο, με οικογενειακό περιβάλλον όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, την υπέροχη Κατερίνα για αφεντικό, και επάνω όροφο για επιτραπέζια και RPG. Το όλο στήσιμο σου έδινε την εντύπωση πως εδώ δε θα βρεις παιδάκια που θα παίζουν Counter και FIFA και DotA βρίζοντας και φωνάζοντας, αλλά “παλιούς,” που “ξέρουν”. Φυσικά, οι μισοί υπολογιστές δε δούλευαν σχεδόν συστηματικά, υπήρχαν θέσεις στις οποίες δεν καθόσουν γιατί “ανήκαν” σε κάποιο από τα κεφάλια, και γενικά έφαγα άπειρες ώρες είτε παίζοντας Age of Empires κάτω, είτε D&D επάνω. ΦΕΡΤΕ ΠΙΣΩ ΤΗΝ ΤΕRRA NOVA!

Highlight: Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ότι μπορείς να παραγγείλεις πίτσα μέσα σε νετάδικο.

2. Battlegrounds: Το έτερο νετάδικο της ιστορίας μου βρισκόταν σε έναν από τους πιο θρυλικούς νυχτερινούς δρόμους της πόλης, την Προξένου Κορομηλά. Ακριβώς απέναντι από το αειθαλές “Λούκυ Λουκ,” τα Battlegrounds ήταν ένα αχανές νετάδικο, με ημιόροφο με τραπέζια για RPG και επιτραπέζια, έναν κλειστό με τζάμι χώρο με καμιά δεκαριά υπολογιστές, τον τίτλο “Battle Arena” ή κάτι τέτοιο, όπου δεν έχω ιδέα τι γινόταν, και θεϊκή μουσική. (Παράδειγμα: Fiddler on the Green, των Demons & Wizards). Εκεί μέσα έχω παίξει παιχνίδια, έχω δει σειρές, έχω μέχρι και διαβάσει Λατινικά. Το μαγαζί διέθετε “υπό”-μαγαζί, ένα δωμάτιο που στέγαζε ένα χομπάδικο, (επιτραπέζια, RPG, μοντελισμός, κλπ) στο οποίο έμπαινες παρακαλώ, και από την Προξένου Κορομηλά, και μέσα από τα ίδια τα Battlegrounds. Στα τελειώματά του το ανέλαβε η Κατερίνα της Terra Nova και το κλείσιμό του ήταν ένα ακόμη μαχαίρι στην καρδιά.

Highlight: Πολλά, αλλά νομίζω θα βάλω την πρώτη μου επαφή με τον Naruto και τα anime γενικά. Μια φορά μάλιστα, για 7 ώρες σερί. Ωραίες εποχές, με λεφτά, ΠΑΣΟΚικές.

Μπαράκια:

Στα μπαράκια τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Εδώ δύσκολα υπάρχουν άγνωστοι “Χ”. Για αυτό και θα περιοριστώ σε δύο μόνο, το πρώτο εκ των οποίων πιθανόν να κάνει τους Θεσσαλονικιούς, που ως τώρα διάβαζαν το άρθρο με μια μικρή αυταρέσκεια, να ξύσουν το κεφάλι τους. Αν όχι, respect.

1. Tube: Το Tube βρισκόταν στον κάθετο δρόμο που χωρίζει την Προξένου Κορομηλά από τη Λώρη Μαργαρίτη και ενώνει τηνΜητροπόλεως με τη Νίκης. Ο μικρούλης αυτός δρόμος λέγεται Μοργκεντάου, και για λίγα χρόνια (2-4, δεν είμαι απόλυτα σίγουρος), φιλοξένησε ένα εξίσου μικρούλι μπαράκι. Το Tube ήταν, σχεδόν κυριολεκτικά, μια τρύπα. Ήταν ένα μακρόστενο μαγαζί, κάπου στη μέση του οποίου υπήρχε η μπάρα, ήταν τίγκα στις αφίσες από συγκροτήματα και ταινίες, ο Scarface σε κοιτούσε βλοσυρός στην πόρτα της τουαλέτας, όταν έμπαινες στην οποία, σε περίμενε μια έκπληξη: Η αντρική τουαλέτα (εμφανέστατα μεταγενέστερη προσθήκη στην όλη υπόθεση), είχε μόνο ουρητήριο και όχι λεκάνη, κάτι το οποίο ο φίλος Παντελής είχε χαρακτηρίσει αμιγώς σεξιστικό. Και σα να μην έφτανε αυτό, το ουρητήριο ήταν και στο ύψος της κοιλιάς, λες και είμαστε όλοι 1.85 και πάνω. Έπαιζε ροκ μουσική, είχε ακριβούτσικες μπύρες και δεν κράτησε πολύ. Το αγάπησα όμως.

Highlight: Μέσα σε αυτόν τον ελάχιστο χώρο, έχω κάνει μια κωλοτούμπα για να εντυπωσιάσω. Τρου στόρυ.

2. Ziggy: Παραδέχομαι την αποτυχία μου να αποκαλύψω κάποιο κρυφό και μυστηριώδες μέρος της νυχτερινής Θεσσαλονίκης, αλλά δε με νοιάζει και ιδιαίτερα μιας και αυτό είναι ένα άρθρο για τη νοσταλγία και εγώ είμαι αρθρογράφος, όχι ντέντεκτιβ. Το Ziggy ήταν το μέρος που έμαθα τι εστί μπύρα και δε με νοιάζει ποιος το ξέρει. Βρισκόταν στη Νικηφόρου Φωκά, πάνω από τον Λευκό Πύργο και δίπλα σε θρυλικά μαγαζιά όπως το σαντουϊτσάδικο “το Έτση” και μπαράκια όπως το “Έκκεντρον” και το “Φλου”. Το Ziggy ήταν ένα μαγαζί με νοοτροπία παμπ, γεμάτο πέτρα και ξύλο, ισόγειο, χωρίς καθόλου σήμα, ταπετσαρία με συγκροτήματα, και μουσική που κυμαινόταν χωρίς ντροπές ανάμεσα στο ροκ, το ελληνικό ροκ και το μέταλ. Το γνώρισα επειδή δούλευε μια φίλη μου εκεί, έκανα εκεί πάρτυ γενεθλίων, κατανάλωσα πισίνες μπύρας, ο κολλητός μου έπαιξε DJ, και έκλαψα σχεδόν στο κλείσιμό του. Το Ziggy μεταφέρθηκε κάπου σε έναν παράδρομο της Εθνικής Αμύνης και χάθηκε, το σημείο έγινε “Irish,” στο οποίο πήγα μερικές φορές, και πλέον νομίζω έχει γίνει “Γάτα,” όπου δεν ξέρω καν τι φάση είναι. Το “Ziggy” ήταν ένα διαμάντι μιας εποχής καθόλου μακρινής, όταν η Νικηφόρου Φωκά φιλοξενούσε πέντε μαγαζιά, τρία εκ των οποίων ροκάδικα, ένα φαγάδικο και μια κρεπερί. Μια πλήρης έξοδος δηλαδή, κάτι σαν το πλήρες γεύμα. Το Ziggy πήρε μαζί του την πλέον ανέμελη εποχή, των πρώτων χρόνων του Πανεπιστημίου, και θα το θυμάμαι για πάντα με αγάπη και μουσική υπόκρουση David Bowie.

Highlight: Kozel. Μαύρη. Βαρελίσια.

Ziggy

Και κάπου εδώ, η λίστα μας τελειώνει. Όσοι πιστεύετε πως έχω αφήσει έξω σημαντικά μαγαζιά, που πέρασαν και άφησαν εποχή, σας υπενθυμίζω πως η λίστα είναι καθαρά προσωπική και καθόλου αντικειμενική. Είναι τα μέρη που πέρασα εγώ τις ώρες μου, μόνος ή με παρέα, είναι, όπως είπα και στην αρχή, η σκηνή για τη μεγάλη κωμωδία που είναι η ζωή μας. Είναι η δικιά μου σκηνή. Ξέρω πως έχετε τις δικές σας. Λυπάμαι που δε θα μπορέσω να τις μάθω όλες. Προς τιμήν τους, κάντε μια λίστα.

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DARTΤο cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων.Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close