alternative action, alternative thinking

«Θέλω να πεθάνω αλλά δεν έχω 200€ μαζεμένα» | Think

1.7K 0

Του Ανδρέα Κοσιάρη ●

Δεν ξέρω ακόμα αν έπρεπε να γράψω αυτό το κείμενο. Δεν έχει σκοπό, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Είναι απλώς η ιστορία μιας τυχαίας συνάντησης, αλλά είναι και ταυτόχρονα το μόνο που ξέρω να κάνω, ίσως το μόνο που μπορώ.

Περιμένω στη στάση, κάπου στη Δυτική Θεσσαλονίκη. Πρωί, γύρω στις 11, συννεφιά και μερικές σταγόνες ψιλόβροχο. Ακούω από μακριά κάποιον να φωνάζει συνθήματα του ΠΑΟΚ. Δεν γυρνάω καν το κεφάλι μου να δω. Από πεποίθηση δεν μπλέκω με οπαδικά. Το παιδί που φώναζε τα συνθήματα εν τέλει φτάνει στη στάση. Πιτσιρικάς, μπλουζάκι, βερμούδα, παραπατάει ελαφρά και κρατά ένα πλαστικό ποτήρι νερό. Κοντοστέκεται στη στάση, κάνει ένα-δυο βήματα μπροστά, ένα-δυο βήματα πίσω, κάπως σαν να χορεύει βαλς χωρίς ρυθμό και μουσική και συνεχώς μονολογεί μουρμουριστά.

Οι υπόλοιποι θαμώνες της στάσης απομακρύνονται ανεπαίσθητα, συνειδητά ή ασυνείδητα δεν ξέρω. Εν τέλει το παλικάρι έρχεται και στέκεται δίπλα μου, μπροστά στη βιτρίνα ενός κοσμηματοπωλείου.

«Φίλε περιμένεις ώρα;»
«Δύο τρία λεπτά», του απαντώ.
«Τι μέρα είναι σήμερα; «Τρίτη;»
«Τρίτη, ναι».
Σιωπή.
«Ξέρεις, φίλε, τώρα είμαι τζετ, αλλά έχω μια ώρα ακόμα. Είμαι τελειωμένος γενικά. 50€ πήγα κι έδωσα στους γύφτους για λίγη κόκα, και είμαι καλά τώρα. Αλλά τι ώρα είναι;»
«Έντεκα παρά».
«Άλλη μια ωρίτσα. 50€ για δυο ώρες ευτυχία, ρε φίλε, αλλά μόλις τελειώσει ξανά στα σκατά. Αξίζει λες; Δεν αξίζει. Θέλω να πεθάνω, φίλε. Δεν έχω για τι να ζήσω. Δεν έχω φράγκο, οι γονείς μου έχουν πεθάνει. Έμενα με τη γιαγιά μου, αλλά μου έκαναν ασφαλιστικά μέτρα γιατί την έκλεβα. 900€ σύνταξη πήγαινα και τα ‘τρωγα σε λίγες ώρες, πρέζα, κόκα και μετά ήθελα κι άλλα. Άδειασα το σπίτι, την τηλεόραση, ό,τι είχε το έπαιρνα. Τώρα δεν μπορώ να πλησιάσω στα πέντε μέτρα. Καλά μου κάνανε. Είναι καλή γυναίκα η γιαγιά μου και την ταλαιπώρησα πολύ. Τώρα μένω με μια θειά μου και τον άντρα της. Δεν έχουν και τίποτα να τους πάρω. Με μετράει τις μπουκιές ο θείος. Μια φέτα ψωμί με κόβει και μετά δεν έχει άλλο. Πόσο θα φας, μου λέει. Η μάνα μου πέθανε το 2004, ήμουν εννιά χρονών. Έμεινα με τον πατέρα μου. Ήταν ο καλύτερος φίλος μου. Μαζί ζούσαμε, μαζί χτυπάγαμε, ήμασταν εντάξει. Πότε είναι 6 Μαΐου;»
«Τις προάλλες ήταν, αδερφέ. Σήμερα έχουμε 9».
«Πέρασε ένας χρόνος. 6 Μαΐου του ’16, χτυπήσαμε μαζί, ξύπνησα μετά, τον έπιασα και ήταν κρύος. Πέθανε μαζί μου. Τώρα δεν έχω κανέναν. Μόνο την αδερφή μου, όμορφη κοπέλα, εγώ το ’95 είμαι, αυτή το ’94 και δουλεύει, κάνει pole dancing για πλούσιους. Ξες τι είναι αυτό;»
«Ξέρω», του λέω. «Χορεύει».
«Δεν την ακουμπάνε όμως, έτσι δεν είναι; Δεν την ακουμπάνε, δεν είναι τέτοια. Δεν θέλω όμως να την μπλέξω, κατάλαβες, την έχω από μακριά, γιατί δεν είμαι άνθρωπος να με έχεις συγγενή. Θέλω να πεθάνω, φίλε μου. Θέλω να πεθάνω αλλά δεν έχω 200€ μαζεμένα να τα δώσω, να φύγω χαρούμενος. Θα μπορούσα να καθαρίσω, αλλά δεν έχω για τι να ζήσω, ρε φίλε. Ξέρω, σε πρήζω τώρα».
«Δεν έχεις κάτι που να σου αρέσει να κάνεις, κάτι που να γουστάρεις;»
«Να πίνω γουστάρω».
«Εκτός από αυτό».
«Με υπολογιστές ασχολιόμουν, χάκερ κι έτσι. Αλλά κι αυτό μόνο όταν είμαι πιωμένος γουστάρω να το κάνω. Δεν βοηθάει κανείς, ρε φίλε, και σε προγράμματα πάω, ξέρεις, μεθαδόνες και τέτοια».
Μου δείχνει το μπλουζάκι που φορά. Το σλόγκαν της Ιθάκης σε ένα μικρό τύπωμα κάτω δεξιά.
«Κι αυτοί ό,τι μπορούν κάνουν, αλλά πώς να με βοηθήσει κανείς εμένα; Θα μου δώσει κανείς δουλειά; Έχω χάσει τα δόντια μου από τα χάπια και την πρέζα. Τώρα πάω Πολίχνη, στη γιαγιά μου, γιατί είναι καλή γυναίκα και με αφήνει να μπω, παρά τα ασφαλιστικά μέτρα. Θα πάω και καλά να πάρω μερικά ρούχα να τα φέρω εδώ και κάτι θα μου δώσει, να πάω να ξαναγίνω. Τελειωμένος είμαι, δεν είμαι για να ζω».

Εντωμεταξύ το αστικό φτάνει στη στάση κι όλοι οι αναμένοντες συνωστίζονται να μπουν.
«Τώρα όταν μπούμε μέσα δεν θα σε μιλήσω. Μη σε κάνω ρεζίλι. Συγνώμη που σ’έπρηξα ε;»
«Μην ανησυχείς», του λέω, «δεν έγινε τίποτα, μίλα μου».
Μέσα στο λεωφορείο στριμωξίδι. Ρωτάει κάτι κυρίες ποιο λεωφορείο είναι και πού να κατέβει για να πάει Πολίχνη.
Ξαναγυρνά σε μένα.
«Από που είσαι φίλε, αν επιτρέπεται;»
Του λέω και αφού μου κάνει μερικές ακόμη ερωτήσεις παρόμοιου χαρακτήρα, συνεχίζει να μου αδειάζει την καρδιά του.
«Μέσα στο λεωφορείο όλοι με κοιτάνε, ρε φίλε, αλλά δεν μου μιλάει κανείς. Όλοι με κοιτάνε. Τι διάολο, διάσημος είμαι; Συγνώμη που σε πρήζω, συνήθως δε μιλάω σε κόσμο, μόνο με την κόκα γίνομαι ομιλητικός και τότε μιλάω σε γιαγιάδες, σε θειές, αλλά ενοχλούνται και τους ζητάω συγνώμη κι απομακρύνομαι».
«Φίλε, ποιο είναι το όνομά σου;»
«Χρήστος».
«Ανδρέας. Χρήστο, μη μου ξαναζητήσεις συγνώμη επειδή μου μιλάς, δεν με ενοχλείς. Και όποιος ενοχλείται που του μιλάς, δεν αξίζει να του μιλήσεις έτσι κι αλλιώς».
«Ευχαριστώ, ρε φίλε, δε θα σε πρήξω πολύ. Να τώρα μέχρι να κατέβω».

Μου μιλούσε 10-15 λεπτά καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής. Επανέλαβε μερικά πράγματα, μου είπε και μερικά καινούρια. Κουβεντιάσαμε και λίγο, με ρώτησε για τα τατουάζ μου, μου έδειξε τα δικά του, μου έδειξε τις πληγές του. Άλλες στα δάχτυλα επειδή τον πήρε ο φτιαγμένος ύπνος με αναμμένο τσιγάρο στο χέρι, άλλες στο μπράτσο…«πήγα να σπάσω το παράθυρο της γιαγιάς μου για να την κλέψω, πρέπει να έχει γυαλί μέσα ρε γαμώτο». Μου έδειξε τα πόδια και τα χέρια του και μου είπε: «Δεν έχω άλλες φλέβες, τις έχω καταστρέψει όλες και χτυπάω στον λαιμό πλέον». Αλλά τριγυρνούσε πάντα γύρω από το ίδιο μοτίβο:

«Θέλω να πεθάνω, ρε φίλε. Δεν είναι κρίμα να πεθαίνει κόσμος που θέλει να ζήσει κι εγώ που θέλω να πεθάνω να μην μπορώ; Τα ‘μαθες για το Παοκτζάκι που σκοτώθηκε; Δεν είμαι ΠΑΟΚ, δεν με νοιάζει η μπάλα, αλλά με το παλικάρι λυπήθηκα και μου κολλήσανε τα συνθήματα που φώναζαν γι’αυτόν».

Δεν μου ζήτησε λεφτά. Δεν ήταν αυτό που ήθελε από μένα. Ήθελε να τον κοιτάξω στα μάτια χωρίς να αηδιάσω, ήθελε να τον ακούσω χωρίς να τον κρίνω, ήθελε να αισθανθεί άνθρωπος. Δεν ήξερα τι να του πω, πώς να του μιλήσω. Όταν κατεβήκαμε μου έδωσε το χέρι. Του το έσφιξα και τον αγκάλιασα.

«Βρες κάτι που να σου αρέσει, αδερφέ, και κόλλα εκεί. Μη σε νοιάζει τίποτα και κανένας. Μόνο κάνε κουράγιο και προσπάθησε να γίνεις καλά». Δάκρυσε, μου ψέλλισε ένα «ευχαριστώ» κι έφυγε. Ήταν τα μόνα λόγια που βρήκα να του πω.

Πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται ότι ο Χρήστος είναι πιο άνθρωπος από εμάς. Ξέρει τις αδυναμίες του, δεν έχει βοήθεια για να τις ξεπεράσει, αλλά τουλάχιστον έχει το σθένος να τη ζητήσει. Έστω κι έτσι, αδειάζοντας την καρδιά του σ’ έναν άγνωστο. Και πόσοι τέτοιοι Χρήστοι και Χριστίνες ζουν έξω από το οπτικό μας πεδίο, έξω από τα όρια των δικών μας προβλημάτων και χάνονται χωρίς να το μάθουμε ποτέ, χωρίς να τους ακούσουμε, χωρίς να τους κοιτάξουμε στα μάτια. Ίσως εμείς είμαστε πιο ασθενείς από αυτούς.

Ελπίζω να είσαι καλά, ρε Χρήστο.

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DARTΤο cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων.Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close