alternative action, alternative thinking

Γιατί υπάρχει και δημιουργική «Μουρμούρα»: Συνέντευξη με την Κωνσταντίνα Γιαχαλή | Interviews

3.05K 0

συνέντευξη: Βάσω Χόντου

Η Κωνσταντίνα είναι φίλη μου. Σεναριογράφος. Και ηθοποιός. Επίσης μαμά, σύζυγος, καλή μαγείρισσα. Στο βιογραφικό της έχει ταινίες, θεατρικά και σήριαλ. Εδώ και δυο χρόνια, γράφει για το «Μην αρχίζεις τη μουρμούρα», που προβάλλεται κάθε Δευτέρα με Τετάρτη στις 21:00 από την τηλεόραση του ALPHA. Τη ρωτάω όσα εδώ και καιρό ήθελα αλλά ποτέ δεν πρόλαβα. Δε μας άφηναν τα γέλια γύρω απ’ τα κυριακάτικα τραπέζια.

Το σήριαλ πάει εξαιρετικά καλά σε τηλεθέαση για δεύτερη χρονιά. Πού νομίζεις ότι οφείλεται η επιτυχία του;
Μακάρι να ξέραμε (σεναριογράφοι, ηθοποιοί, παραγωγοί, κανάλια) τι θα κάνει επιτυχία και τι όχι. Για να έχει και λίγη αγωνία η τηλεόραση, δεν υπάρχει μαγική συνταγή. Η «Μουρμούρα» ήταν τυχερή γιατί έμπλεξε με καλές παρέες, αρχής γενομένης της παραγωγής και της σκηνοθεσίας. Μετά ευτύχησε στο cast, με ηθοποιούς που αγαπήθηκαν πολύ και ζωντανεύουν χαρακτήρες που θυμίζουν τους φίλους μας, τους γονείς μας, τους παππούδες μας, εμάς τους ίδιους. Σημαντικό ρόλο παίζει και το ίδιο το concept, τρία ζευγάρια, διαφορετικής ηλικίας, σε αναγνωρίσιμες καταστάσεις που έχουμε περάσει όλοι, μέσα από γέλιο και αστεία, σε γρήγορες σκηνές και σύντομες ιστορίες.
Χαίρομαι πολύ για την επιτυχία της «Μουρμούρας», γιατί επειδή ήρθε εν μέσω κρίσης και με την ελληνική Μυθοπλασία ξεχασμένη (για να μη χρησιμοποιήσω άλλη μετοχή με κατάληξη σε –σμένη), χτύπησε το καμπανάκι πως «καλά τα Τούρκικα, αλλά μας έλειψε η ελληνική σειρά» και ξεκίνησαν πάλι να βγαίνουν ελληνικές σειρές και να ξαναβρίσκει δουλειά τόσος κόσμος. Και το κυριότερο, έσπασε την δικαιολογία «δεν υπάρχουν λεφτά για σίριαλ». Καμιά φορά, τελικά, δεν χρειάζονται τρελά λεφτά για να ανοίξει ο θεατής την τηλεόραση, φτάνει ένας καναπές και δυο άνθρωποι με ταλέντο. Κάτι που ξέραμε ήδη απ’ τις Τρεις Χάριτες.

Το Χάρη και τη Βάσω, το νεότερο ζευγάρι στο σήριαλ, τους ξέρεις ή τους φαντάζεσαι; Πόσο αληθινοί είναι;
Στον Χάρη έβαλα μερικά στοιχεία ενός φίλου μου, όπως η καταγωγή του, η νοικοκυροσύνη του, το easy going του χαρακτήρα του. Tην Βάσω την φαντάστηκα, αλλά όσο περνούσε ο καιρός και στους δύο έβαλα στοιχεία, συμπεριφορές και καταστάσεις που έχω κατακλέψει από μένα, από γνωστούς και φίλους, από ιστορίες που άκουσα ή φαντάστηκα. Δεν ήξερα πόσο αληθινοί είναι μέχρι που άρχισε κόσμος να μου λέει «κάμερα έχεις βάλει σπίτι μου;». Νομίζω πως περνάνε την συγκατοίκηση στα 30s, όπως πολλά παιδιά σήμερα. Που ο ένας δουλεύει κι ο άλλος δεν έχει τελειώσει ακόμα μεταπτυχιακό ή ψάχνει για δουλειά. Με τις ζήλειες, τα πείσματα και τις ανασφάλειες στην αρχή της σχέσης, που δεν έχει κάτσει ακόμα η σκόνη του έρωτα και σιγά σιγά να γνωρίζονται, να μαθαίνει ο ένας τον άλλον, να αγαπιούνται.

Αν το σήριαλ παιζόταν στην Αμερική ποιους ηθοποιούς θα διάλεγες να ενσαρκώσουν τους ήρωές σου και γιατί;
Ιδανικά τον James Marsden (30 Rock, Xmen, Enchanted) αλλά είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερος απ’ τον Χάρη, οπότε θα πω τον John Krasinski (The Office, It’s Complicated) και την Emma Stone (Easy A, The Amazing Spider-man, Help). Γιατί είναι όμορφοι, αστείοι και πολύ καλοί στην κωμωδία.

Το γράψιμο και ειδικότερα το σενάριο είναι έμπνευση, αποτέλεσμα δουλειάς/πειθαρχίας ή και τα δύο;
Όπως μας έλεγε κι ο Ντίνος ο Δημόπουλος στη σχολή «η έμπνευση είναι μια πολύ απαιτητική κυρία κι έρχεται όποτε θέλει», άρα δεν μπορείς να στηριχτείς πάνω της όταν γράφεις κάθε μέρα για να παραδώσεις επεισόδιο και να μη κρεμάσεις την ομάδα. Δεν μπορώ να περιμένω πότε θα βρέξει, που λένε μερικοί πως είναι ο ιδανικός καιρός για γράψιμο. Πρώτον γιατί δεν το πιστεύω και δεύτερον γιατί το γράψιμο είναι σαν το γυμναστήριο, αν το αφήσεις, δύσκολα το ξαναπιάνεις και για να δεις αποτελέσματα πρέπει να πηγαίνεις. Με τον καιρό έμαθα πως υπάρχουν δυο ειδών εμπνεύσεις, η τρελαμένη έμπνευση, που σε χτυπάει όποτε θέλει, ευτυχώς όχι συχνά, και σε πιάνει, σ’ αλαλιάζει, δεν σ’ αφήνει να σκεφτείς τίποτα άλλο και σε καρφώνει σε μια καρέκλα 15 ώρες σερί, ευτυχώς για μια δυο μέρες, κι όταν τελειώνει ανακαλύπτεις πως η ιδέα είναι καλή, ναι, μπορεί να «τρέξει» κι έχεις γράψει πάρα πολλά, αλλά λίγα αξίζουν να κρατήσεις.

Και μετά υπάρχει η στοχευμένη έπνευση, που έχεις φυτέψει στο υποσυνείδητο την ιδέα, δουλεύεις πάνω σ’ αυτήν, αλλά κάπου κολλάς και ψάχνεις λύση, κάτι να σου προχωρήσει ή να σου λύσει την πλοκή κι εκεί που το παιδεύεις, κι εκεί που δεν το περιμένεις, σκάει στο μυαλό σου η έμπνευση και χαίρεσαι που έχεις φινάλε ή ισχυρό διακύβευμα ή ενδιαφέρον twist. (αυτό συνήθως συμβαίνει όταν τα παρατάς και πας να πλύνεις τα πιάτα ή βγαίνεις για τσιγάρο στο μπαλκόνι, το μυαλό θέλει ανάσες)

Το γράψιμο θέλει δουλειά, πειθαρχία, προετοιμασία, οργάνωση, αλλά να αφήνεις χώρο στην φαντασία/έμπνευση/ απρόσμενο. Το λέω το «σύστημα του ακροβάτη». Βάλε από κάτω το δίχτυ ασφαλείας που είναι η δουλειά κι η πειθαρχία και μετά κάνε όσες τούμπες, βουτιές και πέταγμα θέλεις, αυτό είναι η έμπνευση σου.

Yπάρχουν κανόνες στη συγγραφή ενός σεναρίου;
Όπως υπάρχουν και για να φτιάξεις μακαρόνια με κιμά. Αν βάλεις πρώτα λάδι, ντομάτα και μπαχάρι και σε κανά μισάωρο τον κιμά και τον κρεμμύδι, δεν νομίζω να τιμήσουν πολλοί το πιάτο σου.
Mου φαίνεται περίεργο όταν με ρωτάνε «υπάρχουν κανόνες στο γράψιμο;», λες και φτάνει να αρπάξεις ένα μολύβι κι όλα γίνονται βιβλίο, θεατρικό, σενάριο. Είναι σαν να ρωτάς ένα μηχανικό «υπάρχουν κανόνες για να κάνεις μια πολυκατοικία ή να αρχίσω να ανακατεύω το τσιμέντο;». Όπως ένας μηχανικός θα στηρίξει το κτίριό του και δεν θα βάλει πρώτα τα πλακάκια στο μπάνιο και μετά το ταβάνι, έτσι κι ένας συγγραφέας δεν θα αρχίσει να γράφει χωρίς να ξέρει ποιος είναι ο χαρακτήρας του, τι θέλει, ποιος και τι θα του μπει εμπόδιο, ποιος θα τον βοηθήσει κλπ κλπ.
Ο συγγραφέας που του σκάει μια ιδέα κι αρχίζει αμέσως να γράφει ασταμάτητα, ενώ απ’ την σοφίτα του φαίνεται ο πύργος του Άιφελ και τα φύλλα του ημερολογίου φεύγουν καθώς γράφει με μανία, πίνει φτηνό κρασί, καπνίζει άφιλτρα, πατάει «τέλος», το πάει στον εκδότη και γίνεται best seller είναι μια χαριτωμένη, αλλά αφελής φαντασίωση.
Το γράψιμο είναι το τελευταίο που θα κάνεις. Πριν κάτσεις να γράψεις έχεις πολλή δουλειά. Ιδέες που πρέπει να οργανωθούν, κομβικά σημεία που θα στηρίξουν την πλοκή σου, ζωντανοί χαρακτήρες που θα πουν την ιστορία σου και τόσα άλλα, που θα μάθεις, μαθαίνοντας τους κανόνες. (και σπάζοντάς τους πολύ πολύ μετά, αν μπορείς)
Οι κανόνες (όσο κι αν ξενερώνουν μαζί τους όσοι πρωτογράφουν) είναι το μόνο που σε βοηθάει να συνεχίσεις να γράφεις. Είναι τα όπλα σου για να παλέψεις το τέρας της δεύτερης πράξης, να οργανώσεις την ιδέα σου, από «α, καλή ιδέα, πάει πουθενά όμως;» σε πλοκή με δράση με ενδιαφέρον. Κάποιες ιδέες είναι ωραίες κι αν πας να τις δουλέψεις δεν πάνε πουθενά. Και κάποιες που φαίνονται «φτωχές» μόλις τις δουλέψεις, κεντάνε. Με τους κανόνες μαθαίνεις πως.
Και δεν είναι πολλοί, ούτε αυστηροί (δεν κάνεις εγχείρηση καρδιάς) και τους βασικούς τους έχει πει εδώ και χρόνια ο Αριστοτέλης στην Ποιητική του και τους ξέρει όποιος έχει πει παραμύθι σε παιδί. Παίρνεις ένα χαρακτήρα που να θέλει κάτι πάρα πολύ, κάτι πολύ σημαντικό για αυτόν (όχι για σένα) και του το κάνεις πολύ δύσκολο να το αποκτήσει. Γιατί κανένα παιδί δεν θέλει απλώς να ακούσει «Η Σταχτοπούτα πήγε στον χορό, γνώρισε τον πρίγκηπα, τον παντρεύτηκε, τέλος».
Ξεκινάς με τα βασικά κι εννοείται πως δεν σταματάς ποτέ να μαθαίνεις.

Σινεμά, θέατρο ή τηλεόραση;

Και τα τρία. Και στα τρία έχω περάσει καλά και τα τρία μ’ αρέσουν, κι εννοώ και σαν θεατής. Το καθένα έχει την χάρη του και τις δυνατότητές του.
Στο σινεμά έχεις την πρόκληση να πεις λίγα και να δείξεις πολλά, να γράφεις έχοντας κατά νου πως το μάτι είναι πιο γρήγορο απ’ το αυτί, στο θέατρο έχεις τον περιορισμό του χώρου που όμως, όπως όλοι οι περιορισμοί στην τέχνη, σου δίνει ελευθερία και κάνει την φαντασία σου να δουλέψει στο φουλ και στην τηλεόραση μπορείς να αναπτύξεις όλες τις πτυχές του ήρωά σου, να δείξεις πολλά κομμάτια απ’ τον χαρακτήρα του, να τον βάλεις σε όσες περιπέτειες και δοκιμασίες θέλεις γιατί δεν περιορίζεσαι σε ενενήντα σελίδες.
Ξέρω ότι πολλοί σνομπάρουν την τηλεόραση κι είναι κρίμα, είναι ένα πολύ δυνατό μέσο (και με το Game of thrones, το House of cards και τόσες άλλες σειρές έχει δείξει και πόσο δυνατό) και πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο σεβασμό που αντιμετωπίζεται το θέατρο και το σινεμά. Όταν οι άνθρωποι που δουλεύουν σ’ αυτό το μέσο, το φτύνουν, ή το επιλέγουν για τα λεφτά και την αναγνωρισιμότητα, τότε λογικό είναι να γίνονται κακές, πρόχειρες δουλειές κι η τηλεόραση να βγάζει κακό όνομα. Δεν μπορείς να δουλέψεις καλά, σε κάτι που δεν αγαπάς.

Τί σε αφορά περισσότερο; Η αποδοχή του κόσμου (πολλά εισιτήρια, μεγάλες τηλεθεάσεις κλπ) ή η αναγνώριση από το σινάφι;
Πάει λίγο με το εμπορικό και το ποιοτικό, ε; Which side are you on, boys? Και τα δύο με νοιάζουν το ίδιο. Και τα δύο «μπράβο» τα θες, κι απ’ τον κόσμο κι απ’ τους συναδέλφους, τώρα αν καμιά φορά έρχεται το ένα πιο πολύ απ’ το άλλο κι αυτό μεσ’ το παιχνίδι είναι. Το δέχεσαι, όπως δέχεσαι κι ότι μπορεί να βάλεις τα δυνατά σου και να μην έρθει κανένα μπράβο, από πουθενά.
Δεν πιστεύω στον διαχωρισμό «αυτό είναι εμπορικό» «αυτό ποιοτικό» αλλά «αυτό αρέσει», «αυτό δεν αρέσει». Μακάρι να φέρει εισιτήρια γιατί ποιος θέλει ότι κάνει να πηγαίνει άπατο και να μην μπορεί να πληρώσει το νοίκι του και μακάρι να αρέσει και σε συναδέλφους που εκτιμάς, θαυμάζεις, θες να δουλέψεις μαζί τους κι η γνώμη τους βαραίνει για σένα.
Έχουμε δει τέρατα που γίνεται το αδιαχώρητο κι ωραίες παραστάσεις που δεν πάνε ούτε με προσκλήσεις, τι να πεις; Συμβαίνει, αλλά δεν πρέπει να σε νοιάζει όταν δουλεύεις κι ούτε να μπαίνεις στο τριπάκι.
Στην δουλειά σου κάθε φορά παλεύεις να σε αναγνωρίσεις και να σε αποδεχτείς εσύ ο ίδιος. Ότι και να έχεις κάνει πριν, δεν έχει σημασία μπροστά στο τώρα της λευκής σελίδας. Οπότε είναι ήδη πολύ δύσκολο για να βάζεις ένα άγχος παραπάνω, αν θα αρέσει πιο πολύ στον κόσμο ή στο σινάφι. Κάνεις αυτό που κάνεις, λες «εγώ, παιδιά, έτσι το είδα και σας το παρουσιάζω» κι ελπίζεις να αρέσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους.

Με ποιον σεναριογράφο, έλληνα ή ξένο, θα ήθελες να συνεργαστείς;
Έναν μόνο; Ποιόν να πρωτοδιαλέξω; Λοιπόν, αφήνω πάρα πολλούς απέξω και διαλέγω τον Γουές Άντερσον, τον Γούντυ Άλεν και την Τίνα Φέη.

Αν έπρεπε να μείνεις για μια μέρα κλεισμένη σ’ ένα δωμάτιο, ποια ταινία ή ποιο σήριαλ θα έβλεπες στο repeat;
Πάλι μόνο ένα; Σόρυ, δεν μπορώ μόνο ένα. Αφήνω πάλι πάρα πολλά απέξω και διαλέγω, Μερικοί το προτιμούν καυτό, Ένα ψάρι που το έλεγαν Γουάντα, Σινεμά ο Παράδεισος, ο Μεγάλος Δικτάτωρ και το Μια Νύχτα στην όπερα.

Πόσο εύκολα είναι τα πράγματα στην Ελλάδα για ένα νέο δημιουργό; Αρκεί μόνο το ταλέντο;
Το ταλέντο ποτέ δεν αρκεί γιατί πρέπει να ξέρεις και τι να το κάνεις. Πολλοί με ταλέντο δεν έκαναν τίποτα και πολλοί με λίγο ταλέντο και πολλή δουλειά έκαναν θαύματα. Ο νέος, όπως κι ο κάθε, καλλιτέχνης, δεν πρέπει να δίνει σημασία στο ταλέντο, ούτε καν να τον απασχολεί αν έχει ταλέντο. Δεν μπορώ να φανταστώ τον Πικάσο να ζωγραφίζει και να λέει «καλά, έχω πολύ ταλέντο, αυτός ο πίνακας θα γράψει ιστορία, λέω να τον πω Γκερνίκα».
Οπότε, ο νέος δημιουργός ας ξεκινήσει χωρίς να βάλει σημαία του το «έχω ταλέντο, μου οφείλεται μια δουλειά». Δεν του χρωστάει κανένας τίποτα. Τα πράγματα σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι εύκολα για κανέναν. Καλλιτέχνη ή μη. Όλοι στα ίδια είμαστε. Σε νέα παιδιά που με ρωτάνε λέω μόνο: μην τα παρατάτε. Εκεί, ξανά και ξανά, με τα όχι, με τις απορρίψεις, με τους αφορισμούς «δεν θα κάνες τίποτα ποτέ», εσύ εκεί, θα κατσικωθείς σ’ αυτό που θέλεις. Βρες και μια day job για να αντέχεις καλύτερα και κυνήγα το, ότι και να γίνει.
Συνήθισε την απόρριψη, άκου τη κριτική και πίστεψε στην Τύχη, γιατί πολλές φορές βρίσκουμε τον δρόμο μας από καθαρή τύχη. Μην το βάζεις κάτω γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου προκύψει απ’ τη μια στιγμή στην άλλη.
Και μάθε την δουλειά σου. Διάβασε τα πάντα. Κάνε σεμινάρια. Δες ταινίες, σίριαλ, θέατρο. (ναι, ξέρω, το θέατρο είναι ακριβό, αλλά το you tube είναι τζάμπα). Κατέβασε σενάρια και μελέτησέ τα. Γράφε και ξαναγράφε κάθε μέρα, καλή η θεωρία, αλλά αν δεν πιάσεις μολύβι ή πληκτρολόγιο, δεν κάνεις δουλειά. Μη φοβάσαι να σβήνεις, μη λυπάσαι να πετάς, ζήσε και φαντάσου και παίξε. Και μην τα παρατήσεις.

Αν σου έδιναν ένα απεριόριστο budget, ποιο βιβλίο/ιστορία θα ήθελες να κάνεις σενάριο;
Τα Πριμαρόλια της Αθηνάς Κακούρη. Ίσως επειδή μιλάει για την πατρίδα μου, την Πάτρα και το σταφιδικό ζήτημα που έκλεισε σπίτια γιατί ψήλωσε ο νους πολλών και βγάλαν τις ελιές για να βάλουν την εύθραυστη σταφίδα που ζήταγε η Ευρώπη– μοιάζει το τότε πολύ με το σήμερα γιατί οι Έλληνες και δεν αλλάζουμε και δεν μαθαίνουμε κι αρνιόμαστε πεισματικά να μεγαλώσουμε ζητώντας πάντα μαμά και μπαμπά να αναλάβει την ευθύνη μας.

Πώς τα προλαβαίνεις όλα;
Α, είναι πολύ απλό! Δεν τα προλαβαίνω!
Κάποια στιγμή αποφασίζεις να σκοτώσεις το control freak μέσα σου και να αποδεχτείς πως δεν μπορείς να τα κάνεις όλα. Κι όταν το πετυχαίνεις είναι πολύ απελευθερωτικό. Μαθαίνεις και να δέχεσαι βοήθεια και να ιεραρχείς τα πράγματα.
Να φροντίζω την οικογένειά μου και να δίνω τα επεισόδια μου στην ώρα τους είναι οι τοπ προτεραιότητες μου, να κάνω τα τζάμια αόρατα μέρα παρά μέρα δεν είναι.
Είμαι σε μια δουλειά που φέτος μπορεί να τρέχω και του χρόνου να έχω όλο τον χρόνο του κόσμου να τελειώσω ένα θεατρικό που έχω αφήσει στη μέση ή να ξεκινήσω μια ταινία που σκέφτομαι συνέχεια ή απλώς να διαβάζω με τις ώρες (κάτι που μου λείπει πολύ).
Οπότε απολαμβάνω τώρα αυτό που μου συμβαίνει με τον Χάρη και την Βάσω και την Μουρμούρα τους και προσπαθώ να μην αγχώνομαι για το σίδερο που με περιμένει, τους φίλους που δεν βλέπω όσο συχνά θα ‘θελα και τον σκύλο μου που χάνει καμιά βόλτα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

konstantina photo

Η Κωνσταντίνα Γιαχαλή γεννήθηκε στην Πάτρα.
Σπούδασε στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Θεσσαλονίκης.
Το 2003 πήρε Βραβείο Κειμένου στους Θεατρικούς Αγώνες Νέων Δημιουργών για την κωμωδία «Τι θα κάνουμε με τον Αντώνη;» που ανέβηκε την επόμενη χρονιά στο Θέατρο Κιβωτός σε σκηνοθεσία Πέτρου Φιλιππίδη.
Στο θέατρο έχει διασκευάσει το «Παγωτό μεσ’ στο Χειμώνα» σε συνεργασία με τον Παναγιώτη Μαντζιαφό και τον «Μάγκα» της Πηνελόπης Δέλτα σε συνεργασία με την Μιμή Ντενίση για την παράσταση «Η Πηνελόπη Δέλτα συναντάει τον Μάγκα».
Στο σινεμά έχει κάνει τις ταινίες «Ζητείται Ψεύτης» και «Ακάλυπτος» σε συνεργασία με τον Παναγιώτη Μαντζιαφό.
Στην τηλεόραση έχει γράψει, Εφτά Θανάσιμες Πεθερές (Πανούργα, Κουφή, Μαφιόζα, Πατρινιά), Σ’ αγαπώ-μ’ αγαπάς για πάντα, Αμόρε Μίο, Σε είδα: Ο επίμονος Κηπουρός, Λίτσα. Com, Οικογένεια της Συμφοράς, Μην αρχίζεις τη Μουρμούρα.
Έχει εργαστεί σαν βοηθός αρχισυντάκτη στα τηλεπαιχνίδια «Taxi girl» και «Money Drop», έχει εμφανιστεί σαν ηθοποιός σε θέατρο, τηλεόραση και σινεμά, παραδίδει μαθήματα κινηματογραφικού/ τηλεοπτικού σεναρίου και θεατρικής γραφής και κατά καιρούς αρθρογραφεί.

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DARTΤο cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων.Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close