alternative action, alternative thinking

Dear Santa: Στην κατασκήνωση | Stories

748 0

Της Βάσως Χόντου ●

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη,

Φέτος με το που τελείωσαν τα σχολεία, οι γονείς μου αποφάσισαν να με στείλουν στον αγύριστο. Δηλαδή σε ορεινή κατασκήνωση. Βασικά, ήταν ιδέα του μπαμπά μου ο οποίος ένα πρωί με κοίταξε στο κούτελο και μου είπε: «Μαιρούλα, το χρώμα σου είναι χειρότερο κι απ’ της μάνας μου όταν έμαθε πόσο θα της έρθει ο ΕΝΦΙΑ για τα τέσσερα ακίνητα στη Σκουφά και το οροφοδιαμέρισμα στη Χάριτος. Πρέπει να πας σε μια κατασκήνωση με έλατα και καθαρό αέρα». Στη συνέχεια, η μαμά μου, που έχει φάει τα Doctor House και τα Grey’s Anatomy με το κουτάλι, διέγνωσε πως έχω χαμηλή φεριτίνη, ή αλλατίνη, ή κάτι σε -ίνη τελοσπάντων. Που αυτό το κάτι θα πρέπει να ήταν πολύ σοβαρό και πολύ διαβολικό. Γιατί δεν φτάνει που η κατασκήνωση στην οποία με έστειλαν δεν φαινόταν ούτε από το google earth, ήταν και χριστιανική.

Ξεκινήσαμε από την Αθήνα αξημέρωτα. Το αυτοκίνητο του μπαμπά τσουλούσε στην εθνική οδό, όπως γλιστράει η χτένα πάνω σε φρεσκολουσμένα μαλλιά. Αφού προσπεράσαμε τη βίλα της Σαπουντζάκη στην Κινέτα, μερικές πόλεις και διάφορα χωριά, γύρω στο μεσημέρι βρήκαμε ένα μπαρ που λεγόταν «Χίλια χείλια», στρίψαμε δεξιά κι ακολουθήσαμε έναν χωματόδρομο. Στο τέρμα του χωματόδρομου, ήταν ένα πυκνό δάσος με θεόρατα έλατα. Εκεί ο μπαμπάς μου σταμάτησε και μας είπε ότι φτάσαμε. Τότε εγώ έσκυψα στο αυτί του αδερφού μου και του ψιθύρισα: «Εδώ θα σε παρατήσουμε και θα σε φάει η αρκούδα του Ντικάπριο». Ο αδερφός μου αφενός έβαλε τα κλάματα, κι αφετέρου κατουρήθηκε πάνω του, γιατί καλύτερα κατουρημένος παρά φαγωμένος από αρκούδες-σταρ.

Οι γονείς μου με άφησαν μπροστά σε μια σιδερένια πόρτα με πόμολα σε σχήμα αγγέλου. Εγώ, που εν τω μεταξύ είχα ψιλοτρομάξει από το τόσο έλατο και την τόση ερημιά, παρακαλούσα να ανοίξει η πόρτα και να εμφανιστεί ο Χάρι Πότερ με τη μαγική του σκούπα για να με γυρίσει πίσω στην Αθήνα. Όμως αντί για τον Χάρι, εμφανίστηκε η δεσποινίς Αριστέα. Ήταν μια ξερακιανή πενηντάρα με χαμηλό κότσο, που φορούσε πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι το λαιμό, μακριά φούστα και χοντρό περλέ καλσόν. Η δεσποινίς με πήρε από το χέρι για να με οδηγήσει στο σπιτάκι της ομάδας μου, ενώ εγώ έψαχνα τον σταθμό πρώτων βοηθειών για να την οδηγήσω σε περίπτωση θερμοπληξίας. Που μεταξύ μας, την είχε στο τσεπάκι με τόσο ρουχομάνι πάνω της. Επίσης, βάζω στοίχημα πως από μέσα φόραγε και μάλλινη σωβρακοφανέλα, αλλά δεν είναι της παρούσης.

Η ομάδα μου αποτελούνταν από είκοσι ακόμα κοριτσάκια του Δημοτικού και λεγόταν «Οδηγήτριες». Εγώ σκέφτηκα πως μας έδωσαν αυτό το όνομα γιατί θα μοιράζαμε την εφημερίδα της ΚΝΕ «Οδηγητής» και πολύ το χάρηκα. Όμως πλανήθηκα πλάνην οικτράν. Όλα τα κάναμε σε αυτήν την κατασκήνωση. Όλα εκτός από την πώληση εφημερίδας. Καθαρίζαμε κρεμμύδια, ασβεστώναμε το σπιτάκι, απολυμαίναμε τουαλέτες, πλαστικοποιούσαμε χριστούληδες, διαβάζαμε την Αποκάλυψη του Ιωάννη, πηγαίναμε εκκλησία πρωί-μεσημέρι-βράδυ, ακούγαμε θρησκευτικές ομιλίες, όπου εκεί παρεμπιπτόντως τελειοποίησα την τεχνική «κουνάω κεφάλι και κρατάω τα μάτια ανοιχτά, ενώ κοιμάμαι», και τραγουδούσαμε συνέχεια «τα Χριστιανόπουλα». Στα διαλείμματα, μετρούσαμε αμαρτίες και παίζαμε Nintendo κάτω από τα σεντόνια. Γιατί ως γνωστόν το Nintendo είναι αμαρτία.

Σε αυτή την κατασκήνωση έκανα δυο κολλητές. Τη Ρούλα με την οποία ήμασταν συνομήλικες και είχε μια φωνή σαν του Βασίλη Καρρά και τη Λένα που πήγαινε στην Πέμπτη Δημοτικού, με φρόντιζε πολύ και μου σκούπιζε τα δάκρυα όταν εγώ ήθελα να γυρίσω στη μαμά μου. Από την ομάδα μας, η Λένα είχε τις περισσότερες αμαρτίες. Την πρώτη φορά, που η δεσποινίς Αριστέα είπε ότι θα πρέπει να εξομολογηθούμε, μας μοίρασε ένα φυλλάδιο σχετικό με το τί θεωρείται αμαρτία. Με βάση αυτό το αμαρτιόμετρο, εγώ είχα τριάντα πέντε αμαρτίες, η Ρούλα είκοσι, ενώ η Λένα έπιασε το σκορ των σαράντα δύο αμαρτιών. Βασικά με ξεπέρασε στους τομείς «κοιτάω αγόρια», «δεν νηστεύω», «διαβάζω ζώδια», «έχω φιλήσει τον Τάκη», «φοράω σορτσάκια», «έχω παραγεμίσει το σουτιέν της μάνας μου με κάλτσες και το έχω φορέσει έξω» και «έχω γδύσει τον Τζον-Τζον για να δω αν φοράει βρακί».

Γενικά, ωραία τα περνούσα στην κατασκήνωση, δεν με πολυνοιάζανε και οι χριστούληδες, αλλά είχα μεγάλο πρόβλημα με το φαγητό. Επειδή πάντα θα υπάρχουν παιδάκια που πεινάνε κι επειδή η μητρόπολη πάντα θα έχει μεγάλες ανάγκες σε χαλιά, πολυελαίους, χρυσούς σταυρούς, ακριβά αμάξια και άλλα, η κατασκήνωση εφάρμοζε την αρχή «μην πετάξεις τίποτα, φτάσαμε στα ανείπωτα». Και «στα αφάγωτα» θα ήθελα να συμπληρώσω. Ότι περίσσευε από το φαγητό της προηγούμενης μέρας, έμπαινε υποχρεωτικά σε αυτό της επόμενης. Έτσι, μεταξύ άλλων τρώγαμε: α) ομελέτα με γέμιση παστίτσιο, β) παστίτσιο ορφανό, όπου ορφανό σήμαινε χωρίς κιμά και μπεσαμέλ, αλλά φτιαγμένο από τον χθεσινό φιδέ, γ) σάντουιτς με λεμονάτο αρνί και πατάτες φούρνου και δ) κέικ-κομπόστα, δηλαδή κομμάτια προϊστορικού τσουρεκιού μουλιασμένα σε σιρόπι κομπόστας, σε μια ύστατη προσπάθεια να καταστούν κατάλληλα προς μάσηση. Το τι πείνα έζησα, δεν περιγράφεται. Αφού όταν πηγαίναμε στην εκκλησία, φανταζόμουν ότι το γένι του παπά ήταν μαλλί της γριάς, το εξαπτέρυγο γλειφιτζούρι-κοκοράκι και η εικόνα του Αγίου Βλασίου ταψί βασιλόπιτας με παντεσπάνι και επικάλυψη Άγιο.

Χθες στο επισκεπτήριο, έφεραν σε ένα κοριτσάκι από την ομάδα «Φρουροί» μια πίτσα σπέσιαλ (φαντάσου τι πείνες είχε τραβήξει κι αυτό το άμοιρο) και μια τούρτα μπλακ φόρεστ. Με το που αντίκρυσα τα κουτιά μέσα στις διαφανείς σακούλες, σβήστηκε ο κόσμος απ’ τα μάτια μου. Το μόνο που έβλεπα ήταν τα κομμάτια της πίτσας να χορεύουν στον αέρα γύρω από την τούρτα και να μου φωνάζουν: «Μαιρούλα φάε μας, φάε μας, ήρθαμε για ‘σενα». Μετά δεν θυμάμαι τι έγινε. Όταν κάποια στιγμή ξύπνησα, βρισκόμουν μπροστά στα άδεια κουτιά, είχα ένα κομμάτι σουτζούκι στο αυτί και σαντιγί στις κάλτσες μου. Τότε άκουσα την δεσποινίδα Αριστέα να λέει στη μαμά μου πως υποχρεούνται να με αποβάλλουν γιατί οι πράξεις βίας δεν συνάδουν με τις αρχές του Χριστιανισμού και γιατί Εκκλησία σημαίνει μοίρασμα, προσφορά κι αγάπη.

Τώρα σου γράφω από το διαμέρισμά μου. Έξω έχει σαράντα βαθμούς και μέσα στο σπίτι σαράντα πέντε. Η μαμά έχει ανάψει το φούρνο κι όλα τα μάτια της κουζίνας για να μου μαγειρέψει λαγό στιφάδο, ατζέμ πιλάφι, μελιτζάνες παπουτσάκια, φασολάκια λαδερά και εκμέκ καταϊφι. Έλα κι εσύ. Σε προσκαλώ. Αν τυχόν δεν προλαβαίνεις να είσαι στην Αθήνα μέχρι τις δυο που τρώμε, σου εύχομαι: «Καλές Διακοπές, ραντεβού τον Σεπτέμβρη και βοήθειά μας».

Με πολλή αγάπη

Η (όχι πια πεινασμένη) φίλη σου

Μαθήτρια 3ης (προς 4η) Δημοτικού

Μαιρούλα

Comment

Your email address will not be published.

Τα cookies μας βοηθούν να παρέχουμε τις υπηρεσίες μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τη χρήση cookies εκ μέρους μας. πληροφορίες

Διαφημιστικά Μηνύματα και cookie DoubleClick DARTΤο cookie DoubleClick DART χρησιμοποιείται από την Google στις διαφημίσεις που προβάλλονται στους ιστότοπους των συνεργατών της, όπως σε ιστότοπους που προβάλλουν διαφημίσεις του AdSense ή συμμετέχουν σε πιστοποιημένα από την Google δίκτυα διαφημίσεων.Όταν οι χρήστες επισκέπτονται τον ιστότοπο alternactive.gr και βλέπουν ή κάνουν κλικ σε μια διαφήμιση, ενδέχεται να αποθηκευτεί ένα cookie στο πρόγραμμα περιήγησης του εν λόγω τελικού χρήστη. Τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από αυτά τα cookie θα χρησιμοποιηθούν προκειμένου να βοηθήσουν στην καλύτερη προβολή και διαχείριση των διαφημίσεων στον(στους) ιστότοπο(-ους) του εκδότη και στον ιστό.

Close